29 Ιουν 2009

Τα γλυπτά, το νέο μουσείο και η έννοια του "όχι"

Γράφει ο Δρ. Σπυρίδων Ν. Λίτσας, λέκτορας Διεθνούς Πολιτικής Πανεπιστημίου Μακεδονίας


Το νέο Μουσείο Ακρόπολης, ένα αρχιτεκτονικό κόσμημα με το σημαντικότερο αρχαιολογικό θησαυρό στο εσωτερικό του, αδιαμφισβήτητα θα βοηθήσει στην αύξηση του τουρισμού στη χώρα μας. Η Ελλάδα αποκτά μια διεθνή μουσειακή ναυαρχίδα στο πολιτιστικό της οπλοστάσιο.


Την ίδια στιγμή όμως το νέο Μουσείο Ακρόπολης προσφέρει και ένα επιπλέον σημαντικό επιχείρημα για τις διαχρονικές ελληνικές αιτήσεις επιστροφής..

των Γλυπτών του Παρθενώνα στο φυσικό τους χώρο. Ένα πλεονέκτημα που έρχεται να ακυρώσει τα μέχρι σήμερα επιχειρήματα των Βρετανών ότι η χώρα δεν διέθετε κατάλληλο χώρο για τη φύλαξη και ανάδειξή τους. Το νέο Μουσείο Ακρόπολης δημιουργήθηκε για τη μεγάλη στιγμή της επιστροφής. Όποιος έχει περπατήσει στους μινιμαλιστικούς χώρους του μπορεί να το νιώσει σε μια σχεδόν μεταφυσική συνάντηση του δέοντος με το τι μέλει γενέσθαι. Αυτή η συνειδησιακή ετυμηγορία είναι μια σημαντική στιγμή για τον ελληνισμό απανταχού της Γης αλλά και για τα εκατομμύρια των μετεχόντων της ελληνικής παιδείας.
Τα Γλυπτά του Παρθενώνα και οι προσπάθειες επιστροφής τους στην αττική γη δεν είναι ελληνικό καπρίτσιο. Είναι υποχρέωση της ελληνικής πολιτείας πρώτα προς τους πολίτες της και στη συνέχεια προς την ίδια την ιστορία. Ταυτοχρόνως, η επιστροφή τους θα σημάνει την αρχή του τέλους της αποικιακής διαστρέβλωσης που ο ελληνισμός βίωσε για μεγάλη περίοδο στη συλλογική ιστορική του μνήμη: Κύπρος, γλυπτά του Παρθενώνα κ.ά.
Αυτός ο μεγάλος εθνικός στόχος μπορεί να προσδώσει στον ελληνισμό μέρος της χαμένης αισιοδοξίας του. Μπορεί να λειτουργήσει ως μια νέα συλλογική προσπάθεια σε μια χρονική στιγμή που τα ατομικά θέλω καλύπτουν και διαστρεβλώνουν τους κοινούς στόχους και τις εξίσου κοινές προοπτικές. Το κυριότερο, όμως, η διαδικασία της επιστροφής μπορεί να λειτουργήσει ως συστατικό ενίσχυσης του εθνικού γοήτρου στο εσωτερικό της χώρας, που από τα γεγονότα του Δεκεμβρίου και μετά έχει πληγεί ανεπανόρθωτα στην ψυχή κάθε Έλληνα. Η ιστορία γράφεται μέσα από τα μεγάλα ναι. Περνά όμως στη σφαίρα του ανεξίτηλου μέσω των μεγαλύτερων όχι. Οι στιγμές της θετικής άρνησης και της ανάληψης της ιστορικής ευθύνης αποτελούν ίσως την ισχυρότερη γραμμή ψυχικής σύνδεσης του σήμερα με το παρελθόν μας. Οι Θερμοπύλες, η επανάσταση του 1821, ο Μακεδονικός Αγώνας, το Όχι των Ελλήνων απέναντι στο μεσσιανισμό των δυνάμεων του Άξονα στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το “I want my marbles back” της Μελίνας Μερκούρη, το όχι του Τάσσου Παπαδόπουλου στο σχέδιο Ανάν μέσω της αξέχαστης δήλωσης “παρέλαβα κράτος, δεν θα παραδώσω κοινότητα”, το όχι της Ελλάδας απέναντι στην είσοδο των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ κατά τη διάρκεια της συνόδου στο Βουκουρέστι είναι κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα. Όταν το όχι εκφέρεται με στόχο και σκοπό τη διασφάλιση του εθνικού συμφέροντος και τη διατήρηση αρχών και αξιών με διεθνή απήχηση, τότε η άρνηση αυτή μπορεί να ανοίξει ένα νέο θετικό κεφάλαιο στην ιστορική εξέλιξη μιας χώρας αλλά και του ίδιου του διεθνούς συστήματος.
Με το νέο συλλογικό όχι της Ελλάδας, μέσω της απάντησης του υπουργού Πολιτισμού στην πρόταση του Βρετανικού Μουσείου να αναγνωρίσει η χώρα μας το νομότυπο της αρπαγής των Γλυπτών από τον λόρδο Έλγιν, η ωφέλιμη αύρα της αισιοδοξίας φυσά ξανά στο εσωτερικό της χώρας μας. Ένας λαός δίχως εθνική αισιοδοξία και πίστη στις δυνάμεις του δεν μπορεί να αδράξει τις ευκαιρίες που προκύπτουν μέσω των διεθνών εξελίξεων, ούτε να απαντήσει με πειστικό τρόπο στις προκλήσεις του διεθνούς συστήματος. Ο στόχος της επιστροφής των Γλυπτών μπορεί να λειτουργήσει υπέρ αυτού, μπορεί να δώσει ξανά στην Ελλάδα την ευκαιρία να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις και να αποδείξει με τον πλέον απόλυτο αλλά και δημιουργικό τρόπο ότι το περίφημο τέλος της ιστορίας δεν μπορεί να επιτευχθεί όσο υπάρχουν άνθρωποι, όσο υπάρχουν πατρίδες, όσο υπάρχουν εθνικά οράματα συλλογικής δυναμικής και αποδοχής. Το αίτημα της επιστροφής των Γλυπτών είναι ένας εθνικός στόχος. Η ευόδωση της επιστροφής θα είναι οικουμενικής ακτινοβολίας. Και για όσους θα σπεύσουν να σχολιάσουν ότι με τα Γλυπτά ούτε νέες δουλειές θα δημιουργηθούν ούτε ως διά μαγείας θα λυθούν τα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας, παραθέτω τα λόγια του στρατηγού Μακρυγιάννη:
“Είχα δυο αγάλματα περίφημα, μια γυναίκα κι ένα βασιλόπουλο, ατόφια - φαίνονταν οι φλέβες, τόση εντέλειαν είχαν. Όταν χάλασαν τον Πόρο, τα ʼχαν πάρει κάτι στρατιώτες, και στʼ Άργος θα τα πουλούσαν κάτι Ευρωπαίων· χίλια τάλαρα γύρευαν... Πήρα τους στρατιώτες, τους μίλησα: Αυτά, και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην το καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. Γιʼ αυτά πολεμήσαμε”.
Το αίτημα της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα μάς δίνει την ευκαιρία ως κοινωνία να ακουμπήσουμε ξανά το “εμείς” και όχι το “εγώ”, όπως αναφέρει ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του. Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη συνεισφορά του νέου μουσείου στην Ελλάδα του 21ου αιώνα.

ΠΗΓΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
http://www.makthes.gr/index.php?name=News&file=article&sid=41027

 
Copyright © 2015 Taxalia Blog - Θεσσαλονίκη