Η Ευρώπη στην παγίδα του νεοφιλελευθερισμού

7 Ιουν 2017

Οι εκλογικές αποτυχίες, ή και καταρρεύσεις, της σοσιαλδημοκρατίας σε κεντρικές χώρες της ΕΕ, η ενίσχυση των
δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς, ακόμη και η ανάδειξή τους σε διεκδικητές της κυβέρνησης, σε μια περίοδο κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού και φαινομένων αστάθειας ή φυγόκεντρων τάσεων στο εσωτερικό της Ευρώπης, θέτουν καίρια ερωτήματα για τις προοπτικές της ευρωπαϊκής ενοποίησης και το ρόλο της ευρύτερης αριστεράς στο παρελθόν και το μέλλον της «γηραιάς ηπείρου». Επιχειρούμε να τα απαντήσουμε σε μια συζήτηση με τον καθηγητή Γεράσιμο Μοσχονά.
Να ξεκινήσουμε με ένα θέμα που είναι επίκαιρο και εσύ το έχεις μελετήσει συστηματικά: τη σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη. Πώς πορεύεται; Ζούμε μια νέα φάση ή είναι συνέχεια της παρακμής που είχες εντοπίσει εδώ και πολλά χρόνια;
Αν δούμε τη λογική των αριθμών, την εκλογική δυναμική της σοσιαλδημοκρατίας, ξεχωρίζουμε τρεις φάσεις. Η πρώτη, είναι η περίοδος των δεκαετιών 1950 και 1960, η λεγόμενη χρυσή εποχή της σοσιαλδημοκρατίας. Στη διάρκεια αυτής της εικοσαετίας η σοσιαλδημοκρατία έχει  τις υψηλότερες εκλογικές της επιδόσεις και ταυτόχρονα επιδεικνύει εντυπωσιακή εκλογική σταθερότητα. Στη δεύτερη, των δεκαετιών 1970 και ’80, η σοσιαλδημοκρατία παρουσιάζει για πρώτη φορά σημαντική εκλογική αστάθεια, ενώ τα πρώτα προειδοποιητικά καταστροφικά αποτελέσματα κάνουν την εμφάνιση τους (Δανία, Νορβηγία, Ηνωμένο Βασίλειο). Πρόκειται για μια μεταβατική εικοσαετία, συνολικά πτωτική, όχι όμως ιδιαίτερα, διότι συνυπάρχουν μεγάλες εκλογικές νίκες με μεγάλες ήττες. Η τρίτη φάση είναι η εικοσαετία 1990 – 2010. Η αστάθεια αυξάνει και η πτωτική δυναμική επιταχύνεται. Η συμβατική γραμματική της πολιτικής επιστήμης διδάσκει ότι κάποια στιγμή θα έπρεπε να λειτουργήσει η λογική του εκλογικού εκκρεμούς: μια δεκαετία θα έπρεπε να είναι ανοδική, έστω και λίγο. Αυτό δεν συνέβη, δείχνοντας ότι η πτώση εκφράζει κάτι πολύ βαθύ, έχει τα χαρακτηριστικά βαριάς τάσης.
Σήμερα τί ακριβώς γίνεται;
Μετά την οικονομική κρίση του 2008 και την προέκτασή  της, που είναι η κρίση χρέους, η ταχύτητα της καθόδου αυξήθηκε. Στις 13 δυτικοευρωπαϊκές χώρες που μετράω (εκτός Ελλάδας, Ισπανίας, Πορτογαλίας), η σοσιαλδημοκρατία σήμερα κατά μέσον όρο καταγράφει απώλειες περίπου 33% με 34% σε σχέση με το ποσοστό που είχε στη δεκαετία του 1950. Στις δε τρεις χώρες του Νότου οι απώλειες σήμερα, σε σχέση με τις επιδόσεις της δεκαετίας του 1980, είναι της τάξης του 44,5% κατά μέσον όρο, με το ΠΑΣΟΚ να αποτελεί φυσικά την πρωτοπορία στην πτωτική δυναμική. Τέτοιο μέγεθος απωλειών – και στις 16 χώρες – δεν είναι παίξε γέλασε. Είναι πολύ υψηλό. Σημαίνει δε ότι τα εθνικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα  κατά κανόνα είναι πλέον κάτω από το σκαλοπάτι της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Δεν είναι πρωταγωνιστές, δεν μπορούν εύκολα να σχηματίσουν κυβέρνηση μόνα, εξαρτώνται πολύ περισσότερο από ό,τι στο παρελθόν από τους κάθε φορά συμμάχους τους. Φυσικά, επιμέρους εθνικά κόμματα βρίσκονται και θα βρεθούν στην κυβέρνηση. Φυσικά και θα υπάρξουν στο κοντινό και λιγότερο κοντινό μέλλον εκλογικές νίκες των σοσιαλδημοκρατών. Όμως το μείζον είναι μείζον: 50 χρόνια πτώσης είναι βαρύ πράγμα. Η σοσιαλδημοκρατία έχει αλλάξει εκλογικό μέγεθος. Από μεγάλη δύναμη τείνει να μεταβληθεί σε μεσαία δύναμη. Ωστόσο, η σοσιαλδημοκρατία δεν έχει χάσει μόνο τη μάχη των εκλογών, αλλά και τη μάχη των ιδεών. Αυτή η ήττα είναι πιο σημαντική. Την έχασε τις δεκαετίες 1980 και 1990 και δεν κατάφερε μέχρι σήμερα να αλλάξει τον ιδεολογικό συσχετισμό δύναμης. Άλλωστε, δεν προσπάθησε πραγματικά.  Υιοθέτησε, με τον Τρίτο Δρόμο και τις διάφορες εθνικές παραλλαγές του, σε μεγάλο βαθμό τις ιδέες του νεοφιλελευθερισμού.  Η σε μεγάλο βαθμό (όχι όμως απόλυτα, όχι για όλους τους σοσιαλδημοκράτες με ελαφρά καρδιά) υιοθέτηση των ιδεών του αντιπάλου είναι η μεγαλύτερη ήττα. Η δε ευκαιρία που προσέφερε η χρηματοπιστωτική κρίση, η κρίση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου του καπιταλισμού, χάθηκε για τους σοσιαλδημοκράτες.
Αν η σοσιαλδημοκρατία επέλεγε μια άλλη πολιτική, σε ποιο έδαφος, σε ποια πολιτική οντότητα θα στηριζόταν για να την εφαρμόσει;
Η απορρύθμιση των οικονομιών, η κατάργηση των ελέγχων, η απελευθέρωση των αγορών και το χρηματοπιστωτικό big-bang ξεκίνησαν σε μεμονωμένες χώρες, με πρώτη την Αγγλία της Θάτσερ (άνοδός της στην εξουσία το 1979) και, σχεδόν ταυτόχρονα, στη Γαλλία και Γερμανία κατά τη δεκαετία του 1980. Η φιλελευθεροποίηση ξεκίνησε πρώτα σε εθνικό επίπεδο και επεκτάθηκε και ολοκληρώθηκε, κατόπιν, στο stricto sensu ευρωπαϊκό. Η ΕΟΚ τότε δεν ήταν τόσο ισχυρή όπως είναι σήμερα η ΕΕ, δεν είχαμε ακόμη τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, ούτε καν – το 1980 – την ενιαία αγορά, η οποία θεσπίστηκε στο δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1980. Το δεύτερο μεγάλο κύμα απορρύθμισης και φιλελευθεροποίησης στην Ευρώπη έχει ωστόσο ως κεντρικό φορέα την ίδια την ΕΕ. Με δικές της επιλογές ωθεί τη νεο-φιλελευθεροποίηση πιο πέρα απ΄ αυτή που επιθυμούσαν τα εθνικά κράτη – μέλη της. Το παράδοξο με τους ευρωπαίους σοσιαλδημοκράτες είναι ότι στρέφονται στην Ευρώπη για να αποκτήσουν εκ νέου  τα εργαλεία άσκησης οικονομικής πολιτικής που έχαναν σε εθνικό επίπεδο, τη στιγμή ακριβώς που η ΕΕ γινόταν πιο νεοφιλελεύθερη.  Σε συνθήκες ήττας των ιδεών της Αριστεράς, λόγω της ταπεινωτικής κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού, ήττας της σοσιαλδημοκρατικής ατζέντας λόγω της αναποτελεσματικότητας της κεϋνσιανής εξίσωσης, υποχώρησης της κουλτούρας και των θεσμών αλληλεγγύης λόγω των τάσεων αποβιομηχάνισης και αποδυνάμωσης της εργατικής τάξης, μια συμμαχία ευρωπαϊστών σοσιαλιστών και νεοφιλελεύθερων δεξιών συγκροτεί τις βασικές δομές της νέας Ευρώπης, συγκροτεί την ΕΕ. Ο φιλελευθερισμός που ενυπήρχε ήδη στον κεντρικό πυρήνα της Συνθήκης της Ρώμης απέκτησε κυριαρχική θέση και ρωμαλέα ζωτικότητα με την οικοδόμηση της Ενιαίας Αγοράς (1986) και τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992).

 

Η προοπτική της Ευρώπης

 

Η ΕΕ σήμερα βρίσκεται σε μια ασταθή ισορροπία και αναδιάταξη, έτσι που δεν ξέρεις πού θα καταλήξει. Πού πάει;
Όσοι είχαν προβλέψει διάλυση της Ευρωζώνης, ή και της ΕΕ, στη διάρκεια της κρίσης χρέους, έχουν διαψευσθεί. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι θα διαψεύδονται αενάως. Αν, ωστόσο, έχουν διαψευσθεί, αυτό οφείλεται στο ότι κεντρικά εθνικά κράτη (αλλά και λιγότερο σημαντικά) έχουν επενδύσει τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο, κυρίως για λόγους γεωστρατηγικούς και οικονομικούς, στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Η Γαλλία  και η Γερμανία, πχ, είναι δύο χώρες των οποίων η εξωτερική πολιτική περνάει σε μεγάλο βαθμό μέσα από την ΕΕ – για διαφορετικούς λόγους. Το ίδιο ισχύει για πολλές μικρότερες χώρες, όπως η Ελλάδα, η Κύπρος ή αρκετές κέντρο – ανατολικές χώρες. Το κόστος της διάλυσης θα είναι επίσης πολύ υψηλό. Συνεπώς, δεν θα αφεθεί η ενοποίηση έρμαιο στις αποσταθεροποιητικές τάσεις των δυναμικών αυτοδιάλυσης.
Ταυτόχρονα, οι κεντρόφυγες τάσεις έχουν ενισχυθεί. Σήμερα, η ΕΕ είναι το ισχυρότερο παγκόσμιο κέντρο του οικονομικού συντηρητισμού. Απορρίπτει κάθε είδους «εικονοκλαστική» οικονομική ιδέα, παράγει χαµηλούς ρυθµούς οικονοµικής ανάπτυξης, ενισχύει αντί να µειώνει τις αποκλίσεις µεταξύ κέντρου και περιφέρειας και δηµιουργεί πολλά δηµοκρατικά ελλείµµατα. Η δε βαριά κυριαρχία της Γερμανίας δημιουργεί έναν ενστικτώδη αντι-γερμανισμό στο εσωτερικό της ίδιας της ΕΕ, ο οποίος στην πορεία μετατρέπεται σε ευρωσκεπτικισμό ή και αντιευρωπαϊσμό. Δεν μπορεί μια Ένωση τόσων κρατών να είναι εξαρτημένη από τη βούληση της Γερμανίας, χωρίς να δημιουργηθούν στη μακρά διάρκεια μεγάλες εντάσεις. Επιπλέον, η σχεδόν πλήρης υιοθέτηση της λογικής των αγορών µειώνει την προστιθέµενη αξία της ΕΕ ως ενδιάµεσης δοµής ανάµεσα στα εθνικά κράτη και το παγκόσµιο σύστηµα. Εάν το τελικό ζητούµενο είναι η προσαρµογή στις απαιτήσεις των αγορών, γιατί ένα εθνικό κράτος να αποδεχτεί τόσους κοινοτικούς καταναγκασµούς, και την έµµεση επικυριαρχία της Γερµανίας, εφόσον αυτή την προσαρµογή µπορεί να την επιτελέσει και µόνο του; Τα προηγούµενα ενισχύουν τους οικονοµικούς και πολιτικούς εθνικισµούς (ενώ η Ευρώπη συγκροτήθηκε για να τους αποδυναµώσει) και, άρα, τις κεντρόφυγες δυνάµεις στο εσωτερικό της ΕΕ.
Αυτό δεν το βλέπει η Γερμανία; Τώρα συγκρούεται με την Αγγλία, τις ΗΠΑ, τον Νότο. Δεν θα την ωθήσει αυτό σε μια κάποια ελαστικότητα, να ξαναδεί την τακτική της; Το Μπρέξιτ δεν ήταν κάτι απλό.
Το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν εκείνη από τις μεγάλες χώρες που είχε επενδύσει το λιγότερο πολιτικό κεφάλαιο στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Συνεπώς, το ότι έφυγε δεν είναι τόσο μεγάλη έκπληξη ούτε θα αποτελέσει τόσο μεγάλο ταρακούνημα για την ΕΕ. Το πολιτικό κεφάλαιο που έχουν επενδύσει η Γαλλία και η Γερμανία στην ΕΕ είναι πολύ σημαντικό για να το εγκαταλείψουν με μια κίνηση κάτω από την πρώτη ή δεύτερη κρίση. Ωστόσο, τα προηγούμενα θα δημιουργούν εντάσεις και αποκλίσεις δύσκολα διαχειρίσιμες. Η δε Γερμανία δεν διακρίθηκε ιστορικά, ούτε διακρίνεται σήμερα, για την ευελιξία και τη στρατηγική διορατικότητα της. Οι γερμανικές πολιτικές ελίτ χαρακτηρίζονται, σε στρατηγικά ζητήματα, από διπλωματικό επαρχιωτισμό. Βεβαίως και θα γίνουν πιο «ελαστικές» αν χρειαστεί. Το θέμα όμως είναι αν θα γίνουν «έγκαιρα» πιο ελαστικές – όχι κατόπιν εορτής. Επίσης, πέραν του οικονομικού συντηρητισμού, το ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα είναι αναπόφευκτα, λόγω της συμμετοχής 27 χωρών, εξαιρετικά πολύπλοκο και πολυκεντρικό, με πολλά veto points, που εμποδίζουν τη γρήγορη λήψη αποφάσεων ή την αλλαγή των αποφάσεων που έχουν ληφθεί. Η προσαρμογή σε νέα δεδομένα και εξελίξεις είναι αργή, στερείται ταχύτητας και δυναμισμού. Έτσι, ο οικονομικός συντηρητισμός υποστηρίζεται από το θεσμικό συντηρητισμό. Όταν, όμως, ένα σύστημα λειτουργεί με αυτό τον τρόπο, καθίσταται περισσότερο εύθραυστο. Μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να συμβεί ένα μεγάλο ατύχημα. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να προβλέψουμε ούτε ότι η ΕΕ θα επιβιώσει μακροπρόθεσμα, γιατί υπάρχει το ενδεχόμενο ατυχήματος, αλλά ούτε ότι θα καταστραφεί, διότι κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ένα ατύχημα. Η Ευρώπη έχει αποσταθεροποιηθεί. Η πιθανότητα µεγάλου πολιτικού ή οικονοµικού ατυχήµατος (που θα οδηγούσε στο τέλος της ΕΕ ή στο τέλος της παρούσας µορφής ενοποίησης) έχει αυξηθεί.

 

Περιορισμένος ο ρόλος του Νότου

Ο Νότος της Ευρώπης, μπορεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο να λειτουργήσει, έχει ρόλο;
Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει άξονας του Νότου και αυτό ήταν και το λάθος του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 και όσων θεωρούν ότι υπάρχει αυτός ο άξονας σήμερα. Υπάρχει, απλώς, καλύτερη κατανόηση μεταξύ των χωρών του Νότου και διαμόρφωση κοινών αντιλήψεων, ίσως και επιθυμιών, υπ’ αυτή την έννοια η ερώτηση είναι σωστή, αλλά δεν συγκροτείται άξονας. Υπάρχει ένα κεντρικό επίπεδο στρατηγικών επιλογών και σχέσεων και ένα συμπληρωματικό. Για τη γαλλική εξωτερική πολιτική, η κυρίαρχη στρατηγική σχέση είναι η σχέση Γαλλίας – Γερμανίας. Η Γαλλία θέλει να έχει συμμάχους στον Νότο ακριβώς για να μπορεί να διαπραγματευθεί προνομιακά με τη Γερμανία, όχι τόσο για να πάει κόντρα στην Γερμανία, αλλά για να ενισχύσει τη θέση της στο εσωτερικό του στρατηγικού γαλλογερμανικού άξονα. Άρα η σχέση Γαλλία – Γερμανία ανήκει στο κεντρικό επίπεδο στρατηγικών επιλογών, ενώ οι σχέσεις Γαλλία – Ελλάδα, Γαλλία, Ισπανία, Γαλλία – Ιταλία ανήκουν στο συμπληρωματικό.  Για να δώσω ένα παράδειγμα, για τη Γαλλία η Ελλάδα είναι μια μακράς πνοής συμμαχική χώρα. Μόνο που αν η στήριξή της Ελλάδας σημαίνει μεγάλη σύγκρουση με τη Γερμανία, τότε η στήριξη αυτή δεν θα είναι αποφασιστική, και ίσως παραμείνει ρητορική. Φυσικά, το ευρωπαϊκό πεδίο είναι δυναμικό – κάτι που το γνωρίζει η Γερμανία, γι’αυτό επιδιώκει να διατηρεί συμμαχίες και να μην απομονώνεται. Τώρα, σε σχέση με το 2015, έχει γίνει πρόοδος και όντως έχει συμβάλει σ’ αυτό η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Εξάλλου η συμπεριφορά έναντι της Ελλάδας προκάλεσε αντιδράσεις σε χώρες του Νότου, οι οποίες είναι πιο ευαίσθητες λόγω του δικού τους χρέους και των δικών τους οικονομικών δυσκολιών.  Οι χώρες του Νότου πράγματι έχουν ρόλο να παίξουν, όχι όμως, ή τουλάχιστον όχι ακόμη, το ρόλο ενός συνασπισμού ή άξονα.
Η Αριστερά, η κλασική ευρωπαϊκή Αριστερά, πώς μπορεί να παρέμβει αυτή τη στιγμή;
Εκτός από το να έχει εκλογικά οφέλη ως αντιπολίτευση, εκμεταλλευόμενη τον θεσμικό και οικονομικό συντηρητισμό του ευρωπαϊκού συστήματος και λίγο την αφωνία της σοσιαλδημοκρατίας, η ικανότητα της ν’ αλλάζει ριζικά τους συσχετισμούς στο εσωτερικό της ΕΕ είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Η αλλαγή της Ευρώπης σε μια πραγματικά αριστερή κατεύθυνση είναι πολύ, πάρα πολύ δύσκολη, ακραία δύσκολη. Και, κατά τη γνώμη μου, ήταν πάντα. Επειδή είναι ένα πολυεθνικό, πολυθεσμικό, πολυκεντρικό σύστημα, στο εσωτερικό του η αλλαγή είναι πάρα πολύ δύσκολη. Καθώς δε στο εσωτερικό αυτού του συστήματος κάποιες χώρες παίζουν κεντρικό ρόλο, κυρίως η Γερμανία, η πραγματική δυνατότητα σοβαρής αλλαγής θα προέλθει κυρίως από αυτές. Η ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Αριστερά μπορεί να οικοδομήσει μια στρατηγική περιμένοντας τους Γερμανούς; Όχι, βεβαίως.

 

Υπάρχει εναλλακτική αριστερή πρόταση;

Δεν μπορεί να προτείνει μια εναλλακτική οδό η Αριστερά για την ΕΕ;
Η ΕΕ, λόγω της δομής της – δεν πρόκειται περί συνωμοσίας των ελίτ, όπως ανοήτως λένε πολλοί –είναι ένα σύνθετο, είπαμε πριν, σύστημα που κατά την γνώμη μου μπορεί να έχει την εξής μάξιμουμ ταλάντωση. Προς τα δεξιά, μπορεί να κινείται σε μια ζώνη πολιτικών κοντά σε αυτό που ισχύει σήμερα, μια ζώνη κεντροδεξιού συντηρητικού μεταρρυθμισμού νεοφιλελεύθερου (αλλά όχι αποκλειστικά) τύπου. Προς τα αριστερά, το άλλο άκρο της ταλάντωσης θα μπορούσε να είναι μια ζώνη πολιτικών ήπιου σοσιαλδημοκρατικού τύπου. Αν τροποποιηθεί ό συσχετισμός, αν νικήσουν αριστερές δυνάμεις σε αρκετές χώρες, κυρίως στις βασικές, τότε θα μπορούσε να υλοποιηθεί μια ήπια σοσιαλδημοκρατική εκδοχή μεταρρυθμισμού.  Η ΕΕ, στο μέσο χρόνο,  δεν μπορεί να πάει πολύ πιο δεξιά από εκεί που είναι σήμερα ούτε  πιο αριστερά από μια σοσιαλδημοκρατική λογική δράσης. Η ΕΕ, είμαι πεισμένος, είναι ένα σύστημα αντίθετο σε κάθε ριζοσπαστισμό, αντίθετο και στον αριστερό, και στο δεξιό και, φυσικά, και στο φεντεραλιστικό ριζοσπαστισμό.  Πρόκειται για σύστημα που είναι υποχρεωμένο -λόγω των πολλών κρατών, των πολλών εθνικών δήμων, των πολλών μοντέλων πολιτικής που έχουν αναπτυχθεί σε εθνικό επίπεδο, των πολλών μοντέλων κράτους πρόνοιας κλπ.- να κινείται με μικρά βήματα και στη βάση συνεχών συμβιβασμών.
Τι σημαίνει να εκμεταλλευτεί, όπως είπες, τη συγκυρία η Αριστερά; Μπορεί να το κάνει, έχει προτάσεις; Τη στιγμή, δε, που σε δύο χώρες είναι στην κυβέρνηση.
Ως δύναμη αντιπολίτευσης, αν συγκρίνουμε τα εκλογικά της ποσοστά, την επιρροή στις κοινωνίες, στους διανοούμενους, στη δημόσια σφαίρα, είναι ισχυρότερη σε σχέση με τη δεκαετία του 1990. Όχι εντυπωσιακά, αλλά αρκετά ισχυρότερη.  Έχει κατακτήσει θέσεις σε μια σειρά χώρες. Η Ελλάδα είναι η πιο χαρακτηριστική, στην Κύπρο είχε πάντα ισχυρή θέση, η Ισπανία αποτελεί μια νέα περίπτωση ισχύος,  στις γαλλικές προεδρικές εκλογές πλησίασε το 20%, η Πορτογαλία έχει ισχυρή ριζοσπαστική Αριστερά, η Ολλανδία επίσης, και το Die Linke στη Γερμανία έχει, σε σύγκριση με το σύνολο της μεταπολεμικής περιόδου στην τότε Δυτική Γερμανία, πολύ καλά εκλογικά ποσοστά. Το πρόβλημα όμως αφορά την άσκηση της εξουσίας και την ικανότητα της Αριστεράς να λειτουργήσει ως δύναμη κοινωνικού μετασχηματισμού. Αν η ριζοσπαστική αριστερά, ακόμη και σε ισχυρές χώρες, κληθεί να ασκήσει την εξουσία, θα βρεθεί μπροστά στον ευρωπαϊκό τοίχο, αλλά και στον τοίχο των αγορών και δεν θα καταφέρει να ασκήσει τις πολιτικές τις οποίες υπόσχεται. Αν δε επιχειρήσει αποφασιστικά και βολονταριστικά να προχωρήσει, θα βρεθεί στο επίκεντρο μιας οικονομικής και πολιτικής καταιγίδας. Η άσκηση της εξουσίας στο σημερινό ασφυκτικό πλαίσιο θέτει ένα πρόβλημα ταυτότητας για τη ριζοσπαστική αριστερά.  Το ίδιο, άλλωστε, ισχύει και για τη σοσιαλδημοκρατία.
Τώρα ήρθε η ώρα να το γευτεί αυτό και η ριζοσπαστική αριστερά;
Ακριβώς, τώρα το γεύεται και αυτή. Ο «διάδρομος δυνατοτήτων», όπως ορίζεται από την παγκοσμιοποίηση, την ευρωπαϊκή ενοποίηση και την ισχύ των αγορών, είναι εξαιρετικά στενός. Το πλαίσιο είναι ασφυκτικό, είτε εντός είτε εκτός της ΕΕ. Οι χώρες της Ευρώπης που είναι εκτός ΕΕ, σέβονται τους κανόνες των αγορών, αλλά έχουν μεγαλύτερη αυτονομία στην νομισματική και οικονομική τους πολιτική ή σε επιμέρους τομεακές πολιτικές, π.χ. συντάξεις. Αλλά αυτή η μεγαλύτερη ευελιξία δεν αλλάζει το βασικό προσανατολισμό και αυτός είναι: σέβομαι τις αγορές, γιατί αυτές βαθμολογούν την «εμπιστοσύνη», από εκεί σε μεγάλο βαθμό έρχονται κεφάλαια και επενδύσεις, από εκεί δανείζονται τα κράτη. Η Αριστερά ως κυβερνητική δύναμη φοβίζει πολύ λιγότερο το κεφάλαιο από ό,τι η κυβερνητική Αριστερά τη δεκαετία του 1920, του 1930 ή του 1950. Η ισχύς του χρηματοπιστωτικού τομέα είναι τόσο μεγάλη, οι ταχύτητες κίνησης των κεφαλαίων εξωφρενικές, η σύνδεση του συμπλέγματος αυτού με τις εθνικές ή τοπικές κοινωνίες δεν υπάρχει – με αποτέλεσμα το σύμπλεγμα αυτό πολύ εύκολα απο-επενδύει από μια χώρα και πάει σε μια άλλη.  Δεν τρελαίνεται αν βγει κάπου και μια αριστερή κυβέρνηση. Αυτό έχει ως συνέπεια, η πολιτική ισχύς της Αριστεράς να έχει μειωθεί. Όταν δεν προκαλείς αρκετό φόβο, δεν έχεις και αρκετή ισχύ.
Έχοντας διανύσει αρκετές δεκαετίες συμμετοχής στην Αριστερά, συνειδητοποιούμε ότι τώρα ίσως είναι η πιο δύσκολη εποχή για να δρας ως αριστερός, ως κόμμα της Αριστεράς.
Η Αριστερά έχει δυσκολία να προτείνει μια εναλλακτική λύση όχι γιατί δεν έχει ιδέες, αλλά γιατί είναι παγιδευμένη σε διεθνείς πανίσχυρους καταναγκασμούς. Μια πολιτική επιλεκτικής απο-παγκοσμιοποίησης και περιορισμού της δύναμης του ανορθολογικού χρηματοπιστωτικού τομέα θα ξαναέδινε στην πολιτική το ρόλο της. Δυσκολεύομαι, όμως, να διακρίνω το φορέα προώθησης και υλοποίησης αυτής της εναλλακτικής λύσης. Εκτός και αν ποντάρει κανείς στην αυτοκαταστροφική δυναμική αυτού του ανορθολογικού οικονομικού μοντέλου ή σε μια έκρηξη από τα κάτω.

 Συνέντευξη με τον Γεράσιμο Μοσχονά, καθηγητή συγκριτικής πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιo


 left.gr
Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχολιάστε το θέμα, τώρα, στο Taxalia.blogspot.com

 
Copyright © 2015 Taxalia Blog - Θεσσαλονίκη