10 Οκτ 2009

Διαπλεκόμενα συμφέροντα : Τι σου καταμαρτυρούσι…


ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΑΣΙΩΤΗΣ – Αθήνα : Διαπλεκόμενα συμφέροντα : Τι σου καταμαρτυρούσι…

«Αυτοί οι άνθρωποι μοίραζαν χώρες μεταξύ τους : κατείχαν δικαστές, εισαγγελείς, πολιτικούς, αστυνομικούς.»
(Τζόζεφ Μπόλκερ, σύζυγος της Χριστίνας Ωνάση [1971], αναφερόμενος στους Νιάρχο και Ωνάση, εις : Peter Evans : ΝΕΜΕΣΗ : Η αληθινή ιστορία – Ο Αριστοτέλης Ωνάσης, η Τζάκι Ω, και το ερωτικό τρίγωνο που έριξε τους Κένεντι, εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία, Αθήνα, 2008, σελ. 288)

Τι το κοινό υπάρχει στις παρακάτω δύο ιστορίες;


Ιστορία πρώτη : Ο W. Gorlitz στο βιβλίο του «Χρηματοδότες της Εξουσίας», περιγράφει τούτον τον διάλογο, μεταξύ του Χίτλερ και ενός βιομήχανου : «… «Τότε γνωρίζετε σίγουρα», λεει ο Χίτλερ, αναφερόμενος στον σκοπό της επίσκεψής του, «ότι εμένα δύο πράγματα μπορούν να με πλήξουν : ένα κακό εκλογικό αποτέλεσμα και η έλλειψη χρημάτων!»… «Η οικονομική κρίση», παρατηρεί ο βιομήχανος, «είναι εφέτος ακόμα πιο καταθλιπτική… Όσο χειρότερα περνούν οι άνθρωποι, τόσο περισσότερο τρέπονται προς τους εξτρεμισμούς!». «Μπορεί να είναι έτσι» αντιδρά ο Χίτλερ… ψυχρά. «Θα μπορούσα να επιτύχω μια τόσο μεγάλη αύξηση των οπαδών μου μ’ ένα κακό πρόγραμμα;… Άνθρωποι, που περνούν άσχημα, κατέχουν μια αλάθητη αίσθηση για κάτι που υπόσχεται επιτυχία. Γι’ αυτό βρίσκομαι εδώ, να σας παρακαλέσω να διαθέσετε για το κόμμα μου, τον αυριανό νικητή, ένα αξιόλογο ποσό!». «Το θεωρώ δυνατό να έχετε επιτυχία», συγκατανεύει ευγενικά ο βιομήχανος και διατυπώνει αμέσως την επιφύλαξη : «Φοβάμαι μόνο, ότι έρχεσθε με την επιθυμία σας αργά πολύ σε μένα…». «Είναι πολύ αργά. Ο κατάλογος έχει ήδη συμπληρωθεί», εξηγεί ο γραμματέας (του βιομήχανου).

Ιστορία δεύτερη (φανταστική, αλλά, ίσως και πραγματική) : «Μα μου ζητάτε κάτι πολύ δύσκολο», λέει αμήχανα ο διοικητής του ΠΟΤ ΑΕ που ελέγχεται από το κράτος στο συνομιλητή του, κ. Χ, στην άλλη πλευρά του τηλεφώνου. «Ο άνθρωπος που μου ζητάτε να τοποθετήσω στη θέση που λέτε, δεν είναι ότι στερείται τυπικών προσόντων, το κυριότερο, στερείται ουσιαστικών προσόντων. Δουλεύει όσο πιο λίγο μπορεί, δεν έχει να δείξει τίποτα στο χώρο της δουλειάς του. Καταλαβαίνετε, θα ξεσηκωθούν όλοι οι άλλοι». «Μα τι λέτε τώρα;» απαντά ο κ. Χ. «Δηλαδή οι άλλοι που βαλαν οι προηγούμενοι είναι καλύτεροι; Πού ζείτε επιτέλους; Αγνοείτε πως το γεγονός ότι είσθε σήμερα διοικητής, το οφείλετε σε ανθρώπους και σαν αυτό που σας λέγω, η συνεισφορά του οποίου στο κόμμα εκτιμάται ιδιαίτερα; Εν πάση περιπτώσει, κάντε ό,τι θέλετε, αλλά, θα το εκτιμήσουμε ιδιαίτερα αν μας εξυπηρετήσετε σ’ αυτό το θέμα».

Για το αν υπάρχει κάτι κοινό στις παραπάνω δυο συνομιλίες, θα εξαχθεί από τα όσα θα ακολουθήσουν.

Ας αρχίσουμε τις σκέψεις μας συμφωνώντας σε τούτο : Τα διαπλεκόμενα συμφέροντα αποτελούν παράμετρο της λειτουργίας των δημοκρατιών. Το φαινόμενο δεν είναι νέο. Ίσως μάλιστα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι στην καρδιά της δημοκρατίας, ό,τι δεσπόζει σαν κυρίαρχο στοιχείο, είναι μια αέναη προσπάθεια ρύθμισης και εξισορρόπησης διαπλεκομένων συμφερόντων. Έτσι, διαπλεκόμενα είναι τα αντίθετα συμφέροντα καταναλωτών και παραγωγών, αφού το συμφέρον των πρώτων προσδιορίζει και προσδιορίζεται ανταγωνιστικά από και προς το συμφέρον των δευτέρων. Διαπλεκόμενα είναι τα συμφέροντα βιομηχανίας και εμπορίου, για τον ίδιο παραπάνω λόγο. Επίσης για τους ίδιους λόγους, διαπλεκόμενα είναι τα συμφέροντα πολιτών και πολιτικών, Τύπου και πολιτειακής εξουσίας, μεγάλων επιχειρήσεων και τραπεζών, μεγάλων επιχειρήσεων και κομμάτων. Τίποτα το μεμπτό σ’ αυτά, όσο τα όποια συμφέροντα προάγουν τις θέσεις τους και αξιοποιούν τις διαπλεκόμενες σχέσεις με τρόπο κοινωνικά αποδεκτό, με τρόπο δηλαδή που εναρμονίζεται με ό,τι μπορεί να νοηθεί σαν σύμφωνος με τα καλώς νοούμενα χρηστά ήθη, με τρόπο που δεν αντιστρατεύεται θεσμικές διαδικασίες. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, πράγματι η κοινωνία αποδέχεται μια ενυπάρχουσα ανισοκατανομή δυνάμεως των φορέων των συμφερόντων, στη λογική όμως της «δικαίας σύγκλισής» τους. Αυτό το αίτημα, από την άλλη, δεν παύει να έχει στην ουσία του και να χαρακτηρίζεται από όλα εκείνα τα στοιχεία που αμφισβητούν την ουσία των κοινωνικών προταγμάτων και ενισχύουν από την άλλη τη συμβολικότητα που επικρατεί στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Τα διαπλεκόμενα συμφέροντα, εκπίπτουν της κοινωνικής αποδοχής τους, τουλάχιστον αυτής (μιας και αυτό δεν σημαίνει κατ΄ανάγκην πάντοτε και αντίστοιχη νομική επιβεβαίωση), όταν ακριβώς η προώθησή τους αντιστρατεύεται τα ανωτέρω. Σ’ αυτή την περίπτωση ομιλούμε περί «σκανδάλων».

Το ότι τα «σκάνδαλα», κατά την έννοια αυτή, αποτελούν ιστορική παγκόσμια πραγματικότητα, αυτό είναι αυτονόητο. Περισσότερο δε αυτονόητο, σύμφωνα με τον J. K. Galbraith (J. K. Galbraith : Το Νέον Βιομηχανικόν Κράτος, εκδ. Παπαζήσης, σελ. 315), σε μια κοινωνία «... όπου την οικονομική δραστηριότητα επηρεάζει μεγάλως το χρηματικόν κίνητρον, (και η οποία) θεωρεί ως ομαλόν φαινόμενον το να διέπωνται από τα αυτά κίνητρα και σχέσεις επιχειρήσεων και κράτους. Τείνει να πιστεύσει ότι και οι δημόσιοι λειτουργοί ανταποκρίνονται εις το κίνητρον του προσωπικού πλουτισμού. Ούτε και κρίνει ως ανήθικην την συμπεριφοράν των αυτήν…». Πολύ ορθά κατά την αντίληψή μας, ο Κ. Τσουκαλάς, επισημαίνει, και στα πλαίσια των επισημάνσεών του το θέμα που θίγουμε βρίσκει κατάλληλη θέση για ανάλογη ερμηνεία, ότι «Στις σύγχρονες κοινωνίες συμφέροντα έχουν… όλοι, και μάλιστα κατ’ ανάγκην. Όποιος δεν συμμετέχει στον επιβιωτικό ανταγωνισμό στοχεύοντας την ατομική του επιβίωση δεν μπορεί να επιβιώσει… Έτσι η κοινωνία θα δομηθεί ως κοινωνία «συμφεροντούχων», των οποίων η εκβιαζόμενη λογική οικονομική συμπεριφορά ορίζεται στη βάση των ατομικών τους συμφερόντων…» (Κ. Τσουκαλάς : Είδωλα Πολιτισμού, εκδ. Θεμέλιο, σελ. 70). Περαιτέρω δε ο ίδιος, αναφερόμενος στην συμβολικότητα των κοινωνικών αξιών, που λίγο παραπάνω επισημάναμε, θα σημειώσει : «Παρά την οικουμενικότητά της, η κοινωνική πρόσληψη των αξιώσεων για «δίκαιες» μορφές είναι κάθε άλλο από σαφής. Η λογιστικά εκφραζόμενη επιμεριστική δικαιοσύνη θεμελιώνεται σε εντελώς αναποκρυστάλλωτες νοητικές προδιαγραφές, χρησιμοποιώντας και συνθέτοντας πολλαπλά εναλλακτικά ιδεολογήματα που ούτε κατ’ ανάγκην συμβατά μεταξύ τους εμφανίζονται, ούτε και συγκεκριμένο λογικό περιεχόμενο έχουν. Η «ισότητα», η «ισότητα ευκαιριών», η «ουσιαστική δικαιοσύνη», η επανορθωτική παρέμβαση, η «αξιοκρατία», ο «εκδημοκρατισμός» και η «ισοδύναμη προστασία του πολίτη», όπως και η «επιείκεια», η κοινωνική αρωγή και η αλληλεγγύη αποτελούν περισσότερο συμβολικά συνθήματα παρά συγκεκριμένα πολιτικά προτάγματα… Σε τελική ανάλυση, η ισότητα ευκαιριών είναι αίτημα που αντιστρατεύεται την αυτόματη αγοραία επικύρωση της άμεσης ή έμμεσης κληρονομικότητας όλων των κοινωνικών πλεονεκτημάτων».

Τα εκπίπτοντα της κοινωνικής αποδοχής διαπλεκόμενα συμφέροντα, δηλαδή τα σκάνδαλα, δεν έχουν βεβαίως όλα ούτε την ίδια βαρύτητα για την κοινωνία και τα μέλη της, άλλ’ ούτε και «συλλαμβάνονται» το ίδιο. Στη δεύτερη ιστορία που αναφέραμε παραπάνω, για παράδειγμα, με βάση τα όσα είναι κοινώς αποδεκτά έχουμε ένα φαινόμενο διαρκούς κοινωνικής έκπτωσης διαπλεκομένων συμφερόντων, που σε μακροχρόνια βάση –αθροιστικά λαμβανόμενες αυτές οι «εξατομικευμένες» περιπτώσεις- μπορούν να έχουν, και έχουν, πολύ πιο δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις για το κοινωνικό σύνολο, από ένα «μεγάλο» οικονομικοπολιτικό σκάνδαλο, εν τούτοις όμως, ακριβώς αυτή η δυνατότητα απόκρυψης ενός συνολικού προβλήματος, μέσω της διάθλασης της προσοχής στα στοιχεία του και μόνο, αδυνατίζουν την «σκανδαλοποιό» φύση του και εκείθεν το ενδιαφέρον γι’ αυτά. Από την άλλη βέβαια, η φύση του «σκανδάλου» του παραπάνω παραδείγματός μας οδηγεί σε φαινόμενα «δήθεν» κριτικής, στο μέτρο και το βαθμό, που είναι ευρεία η ελπίδα επιδίωξης ατομικής «τακτοποίησης» μέσω αυτού του είδους διαπλεκομένων σχέσεων, μια επιδίωξη, που ενισχύεται σε ατομικό επίπεδο ακόμα περισσότερο, όσο διαπιστούται το «ανέλπιδο» κάθε άλλης αξιοκρατικής μεθόδευσης.

Το ότι τώρα, τα «σκάνδαλα» που ενεργοποιούν την κοινωνική ευαισθησία είναι κυρίως εκείνα που εμπίπτουν στις σχέσεις πολιτικών και επιχειρήσεων, αποτελεί για μας έναν εκφυλισμό του συνολικού προβληματισμού, που αδυνατίζει την προσοχή από το συνολικό εύρος του ορίζοντα των επιπτώσεων που καθημερινά λαμβάνουν χώρα από άλλες εκπτωτικές διαπλοκές, άλλ’ όμως, ελάχιστα απασχολούν την κοινωνία. Η θέση, έχει αντικατασταθεί από ένα είδος μοιρολατρίας, όπου νομίζουμε ότι έχουμε θέση, ενώ στην ουσία υπάρχουν μόνο αφορισμοί, γύρισμα της πλάτης στα προβλήματα και όλα αυτά, δύσκολα γίνεται αντιληπτό, ότι ουσιαστικά οδηγούν στη νομιμοποίηση όσων κοινωνικά θεωρούνται ως μη αποδεκτά. Να θυμίσουμε εδώ τον Thomas More που στα 1516 σημείωνε : «…Το ότι δεν μπορείς να εξοντώσεις εντελώς τις λαθεμένες ιδέες ή να παλέψεις με ριζωμένα ελαττώματα, όσο αποτελεσματικά θέλεις, δεν είναι λόγος να γυρνάς τη πλάτη σου σε όλη τη δημόσια ζωή. Δεν θα εγκαταλείψεις το πλοίο στην τρικυμία επειδή δεν μπορείς να διευθύνεις τους ανέμους…» (Thomas More : Η Ουτοπία, εκδ. Κάλβος, σελ. 54-55).

Ποιο είναι όμως το ειδικότερο ενδιαφέρον των σκανδάλων; Δεν θ’ αναφερθούμε στην οικονομική τους διάσταση, διότι εδώ τίποτα το ενδιαφέρον. Απλώς πιστοποιείται το μέγεθος μιας ζημίας. Θα τολμήσω να υποστηρίξω, ότι η αποκάλυψη των σκανδάλων, μέσα σ’ όλα τα αρνητικά της, έχει και τούτο το θετικό. Αυτό που την κάθε φορά επιβεβαιώνεται, είναι η ασθενής ανταπόκριση αν όχι η έλλειψη ασφαλιστικών δικλείδων στη λειτουργία των πολιτικών θεσμών, των πολιτικών οργάνων αλλά και των δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, όπου ο καθείς εμπλέκεται. Με λίγα λόγια, το σκάνδαλο «επιτρέπεται» να δημιουργηθεί, διότι απλούστατα, κάτι δεν λειτουργεί σωστά. Σ’ όλα αυτά, το σκάνδαλο προσφέρει μεγάλη υπηρεσία. Αποκαλύπτει αυτούς ακριβώς τους μηχανισμούς και αυτές ακριβώς τις διαδικασίες, που το ίδιο κατόρθωσε να υπερβεί και να επικρατήσει. Ό,τι χρειάζεται λοιπόν σε μια ευνομούμενη Πολιτεία, είναι, περισσότερο ίσως και από τον κολασμό του σκανδάλου, του όποιου σκανδάλου, και μάλιστα έτσι όπως το προσδιορίσαμε παραπάνω, να επέμβει και να θεραπεύσει τα διαπιστωθέντα «σκανδαλογενή κενά», ώστε στο μέλλον, να αποτραπεί το ίδιο γεγονός.

Τα ίδια παραπάνω, με άλλα λόγια, αποκαλύπτουν τεχνικές «νομιμοφάνειας» μιας παρανομίας. Αυτό είναι εξαιρετικά χρήσιμο. Όπως η εφευρετικότητα των κλεπτών «ενεργοποιεί» την εφευρετικότητα των διωκτικών αρχών, έτσι κι εδώ, έχουμε μια αντίστοιχη «ενεργοποίηση» των ελεγκτικών αρχών. Το δίδαγμα είναι απλό. Μας λέγουν τι «κομπίνα» κάνανε για αρκετό καιρό και δεν την αντιληφθήκαμε έγκαιρα. Μπορεί ακόμα να μας λέγουν, κάτι ακόμα πιο απλό και λιγότερο περίπλοκο. Πώς δηλαδή εκμεταλλεύθηκαν απλά μια οργανωτική αδυναμία ενός οργανισμού. Π.χ., σε μια δημόσια επιχείρηση, με πλήθος «αρμοδιοτήτων», αλλά που δεν ασκούνται και το κυριότερο, οι πρώτοι (οι «αρμόδιοι») δέχονται να μην συμμετέχουν στην ουσιαστική λήψη αποφάσεων, αυτό που πολύ απλά κάνουν τα διαπλεκόμενα, είναι να περιορίζουν κατά πολύ τον αριθμό όσων θα έπρεπε να εμπλακούν στην υπόθεση, κάτι πολύ εξυπηρετικό. Έτσι λοιπόν, ένα σκάνδαλο, είναι δυνατόν να αποκαλύψει ατέλειες οργανωτικής φύσης και αποτελεσματικότητας των λειτουργιών ενός οργανισμού. Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις, ομοίως είναι θέμα βούλησης να καλυφθούν τα «σκανδαλογενή κενά».

Επίλογος : τα σκάνδαλα, όταν αποκαλύπτονται, ήδη την ζημία για το κοινωνικό σύνολο της έχουν κάνει. Τουλάχιστον ας αξιοποιήσουμε τα «συντρίμμια» για να μην έχουμε τα ίδια στο μέλλον. Όπως οι εμπειρογνώμονες αξιοποιούν για παράδειγμα, τα συντρίμμια αεροσκαφών που πέφτουν. Δεν χρησιμεύουν μόνο για να αποδοθούν ευθύνες. Χρησιμεύουν και για τη διαπίστωση των αιτίων της πτώσης, ώστε στο μέλλον να μην έχομε το ίδιο ατύχημα για τον ίδιο λόγο…

Το άρθρο αυτό το πρωτοδημοσίευσα στη ΝΑΥΤΕΜΠΡΙΚΗ στις 29/5/1996 (εκτός από την αναφορά στο βιβλίο του Peter Evans : ΝΕΜΕΣΗ)
 
Copyright © 2015 Taxalia Blog - Θεσσαλονίκη