22 Ιαν 2010

Για ποιόν εκσυγχρονισμό;

του Βασίλη Χασιώτη
«Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Αποικία / δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία, / και μ’ όλο οπωσούν τραβούμ’ εμπρός, / ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός / να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή. / Όμως το πρόσκομμα κι η δυσκολία / είναι που... κάμνουνε μια ιστορία / μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί / αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ / δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι, / για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν , / κ’ ευθύς στο νου ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν, / με την απαίτηση να εκτελεσθούν άνευ αναβολής. / Έχουνε μια κλίσι στες θυσίες. / Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη· / η κατοχή σας είν’ επισφαλής : / οι τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες. / Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή, / κι από την άλληνα την συναφή, / κι από την τρίτην τούτην : ως συνέπεια φυσική· / είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τι να γίνει; / σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη. / Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε, / βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε· / πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς. /Κι όταν με το καλό τελειώσουν την εργασία / κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς, / απέλθουν, παίρνοντας και τη δικαία μισθοδοσία, / να δούμε τι απομένει πια, μετά / τόση δεινότητα χειρουργική…»
Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Το αίτημα του εκσυγχρονισμού, ολοένα και συχνότερα θα προβάλλει στο πολιτικό και κοινωνικό προσκήνιο της χώρας με ολοένα και εντονότερους ρυθμούς. Όχι μονάχα σαν αποτέλεσμα τακτικής από εκείνους που τον επικαλούνται, αλλά και διότι πράγματι συνιστά το μείζον πια ζητούμενο για την ίδια την επιβίωση της χώρας.

Στο παρόν άρθρο, κάτω από τον όρο «εκσυγχρονισμός», θα περιλάβουμε mutatis mutandis και κάθε άλλο όρο, που αν και αναφέρεται με διαφορετικές λέξεις -π.χ., «επανίδρυση του κράτους» της Νέας Δημοκρατίας, «αλλαγή», κ.λπ- εν τούτοις «σκοπεύουν» στην ίδια πεμπτουσία. Δηλαδή στον «εκσυγχρονισμό» του τόπου.

Αρχή όλων των πραγμάτων, η των ονομάτων επίσκεψις. Τίποτε όμως το χειρότερο από το να επιχειρείς την «επίσκεψη» σε μέρη με «ανεξερεύνητα νερά». Όμως, εκτιμώντας ότι λόγοι εντιμότητας της επικοινωνίας επιβάλλουν την αποσαφήνιση των εννοιών των λέξεων που χρησιμοποιούμε, θα επιχειρήσουμε να νοηματοδοτήσουμε τη λέξη «εκσυγχρονισμός», τουλάχιστον για να έχει ο αναγνώστης μια αίσθηση του τι εννοεί ο γράφων, όταν επικαλείται τον όρο αυτό. Δύσκολο το εγχείρημα, αφού οι «σημαιοφόροι» του «νέου αυτού πράγματος», δεν κάνουν τον κόπο να μας φωτίσουν για το τι εννοούν με αυτά που λένε.

Ας το πω από την αρχή : Διατηρώ ζωηρές επιφυλάξεις αν οι πολιτικοί μας ηγέτες (οι νυν, ή οι εν δυνάμει, ή οι ως τέτοιοι προβαλλόμενοι υποψήφιοι) και μη, που πασχίζουν να προβάλλουν αν όχι «αποδείξουν» το «νέο» που φέρουν στις αποσκευές τους, τελικά πράγματι έχουν οι ίδιοι σαφή αντίληψη των χαρακτηριστικών, των ιδιοτήτων αυτού του «νέου» και κύρια αν η εφαρμογή του είναι εφικτή ή απλώς κινείται στη σφαίρα του επιθυμητού. Και οι απορίες αυτές θα παραμένουν, όσο οι ίδιοι δεν αναλαμβάνουν να μας εξηγήσουν τι πιστεύουν, τι εννοούν.

Για όσους απ’ αυτούς έχουν πράγματι φιλοδοξίες που ξεφεύγουν από την εφημερότητα των συγκυριακών κερδών –πολιτικών κερδών εννοώ- τούτη είναι η κατάλληλη στιγμή για να νομιμοποιήσουν την παρουσία τους στα πολιτικά πράγματα της χώρας, στο νέο πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι. Θα πρέπει η αυλαία ν’ ανοίξει και να φωτιστεί άπλετα ο χώρος όπου συντελούνται οι πράξεις. Και πάντως οι θεατές θα πρέπει να δουν ένα έργο με ολοκληρωμένη υπόθεση. Με εισαγωγή, κυρίως θέμα και επίλογο. Αυτό θα είναι το νέο. Διότι το έργο που βλέπουμε σήμερα, τα έργα που βλέπαμε μέχρι σήμερα, ήταν ατέλειωτες εισαγωγές, χωρίς κυρίως θέμα και με παντελή έλλειψη επίλόγου, επί της ουσίας. Της κάθαρσης δηλαδή στην αρχαία τραγωδία, που αποτελεί και την πολιτική πεμπτουσία ενός πολιτικού «παιχνιδιού», αφού μόνο μέσω αυτής επέρχεται απαλλαγή από το «έλεος» της τραγικής υποθέσεως. Αυτή την κάθαρση επιθυμεί ο Λαός και όχι την άλλη (ή τις άλλες) που οδηγούν κάποιους σε κάποια ειδικά δικαστήρια (με αποφάσεις που στη κοινή αντίληψη τίθενται υπό συζήτηση, αν όχι εν αμφιβόλω). Στην ελληνική πρακτική, οι όποιες προσπάθειες, ακολουθούσαν πιστά, αυτό που ο Ζήνων ο Ελεάτης είχε αποδείξει, αλλά φυσικά δεν το συνιστούσε! Πάντα εξαντλούσαν ή επεδίωκαν να εξαντλούν την κάθε φορά, το μισό του δρόμου που είχαν να διανύσουν. Έτσι όμως, ποτέ δεν έφταναν στο τέλος του σκοπού τους. Και φυσικά, λίγο θα ήταν το κακό αυτό, αν άλλες χώρες, δεν είχαν το κακό συνήθειο να επιτυγχάνουν τους αντίστοιχους δικούς τους σκοπούς. Έτσι, δεν μπορώ να καταλάβω την απορία όλων εκείνων που διερωτώνται γιατί η χώρα μας βλέπει όλο και περισσότερες πλάτες στην κούρσα της διεθνούς πλέον επιβίωσης.

Τι είναι λοιπόν ο «εκσυγχρονισμός»; Να τον θεωρήσουμε άραγε σαν μια αρμαθιά τεχνικών μεθόδων ή διαδικασιών ή πολιτικών που αν τις ακολουθήσουμε θα βρούμε ή έστω θα προσεγγίσουμε κάποιες λύσεις, κάποιων συγκεκριμένων προβλημάτων, ή μήπως πίσω από τον όρο, όσοι τον χρησιμοποιούν, κρύβεται ένα συγκεκριμένο νόημα, ένα πολιτικό περιεχόμενο;

Αν γι’ αυτό γίνεται ο λόγος, πολύ κακό για το τίποτα. Για μας, το εκσυγχρονιστικό πρόταγμα, είναι πολυδιάστατο όχι μόνο προς τις νοηματικές του αποχρώσεις, αλλά επίσης και σε ό,τι αφορά τα πεδία στα οποία αναφέρεται. Θα αδικήσει κανείς το νόημα της λέξης, αν περιορίσει τον όρο σ’ ένα μόνο πεδίο, όσο σημαντικό κι αν είναι αυτό (π.χ., εκσυγχρονισμός της Δημόσιας Διοίκησης μόνο, εκσυγχρονισμός της οικονομίας, κ.λπ.). Ακόμα παραπέρα, ο εκσυγχρονισμός περικλείει μια κοσμοθεωρία, στο μέτρο δε και στο βαθμό που αποβλέπει στην ρήξη με το παρελθόν, στην άρνηση να διαχειρισθεί ή απλώς να βελτιώσει κακώς κείμενα, «στην αποτίναξη του κονιορτού των υποδημάτων», συνιστά ένα επαναστατικό πρόταγμα. Ένα ειρηνικό επαναστατικό πρόταγμα, αφού τουλάχιστον στην συνείδηση του γράφοντα, δεν νοείται άλλης μορφής «επαναστατικότητα».

Έτσι λοιπόν, μ’ αυτές τις πρωτόλειες σκέψεις, μπορούμε να πούμε πως : Λέγοντας εκσυγχρονισμό, θα εννοούμε τον παραγωγικό (με την ευρύτερη κοινωνιολογική έννοια του όρου) προσανατολισμό και ενοραματισμό της κοινωνίας, μέσω της δυναμικής (με τη διαχρονική έννοια του όρου) θεμελίωσης μιας εθνικής συνείδησης και μιας αντίστοιχης (παραγωγικής κατά τα ανωτέρω) συμπεριφοράς, με αρχή την πολιτική ηγεσία του τόπου, στην επιβολή και υποστήριξη εκείνων των πολιτικών, κοινωνικών, πολιτιστικών και οικονομικών παραμέτρων επιβίωσης της χώρας ως και την υιοθέτηση των ικανών και αναγκαίων εκείνων διαδικασιών, που κρίνονται αναγκαίοι για τη θεμελίωση αλλά και τη συντήρηση της παραπάνω εθνικής συνείδηση και συμπεριφοράς.

Η έννοια του εκσυγχρονισμού δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με την έννοια του πολιτικού ή/και κομματικού συμφέροντος, ενώ, όχι σπάνια, προϋποθέτει την ανάληψη πολιτικού ή/και κομματικού κόστους (πράγματι «πολλαί αι θλίψεις των δικαίων»).

Στον παραπάνω ορισμό, προσπαθήσαμε να δώσουμε το εννοιολογικό πλαίσιο του όρου εκσυγχρονισμός.

Βέβαια, στην εφηρμοσμένη πολιτική, είναι ανάγκη να συγκεκριμενοποιηθούν τα όποια εννοιολογικά προτάγματα, και βέβαια, αυτό δεν συνιστά αντικείμενο του παρόντος άρθρου. Ο κόσμος, ο απλός κόσμος, δεν έχει ούτε το χρόνο, ούτε τη δυνατότητα για ενδελεχείς εννοιολογικές αναλύσεις. Οι πολιτικοί, οφείλουν να μεταφράζουν σύνθετα νοήματα, σύνθετες έννοιες. Δεν νοείται πολιτικός με νοοτροπία «υψιπετούς θεωρητικού». Οι «υψιπετείς θεωρητικοί είναι τόσο απασχολημένοι με τις συντακτικές έννοιες και τόσο στερημένοι φαντασίας γύρω από τις σημαντικές αναφορές, τόσο ανελαστικά προσκολλημένοι στα υψηλά επίπεδα αφαίρεσης, ώστε οι «τυπολογίες» που κατασκευάζουν… μοιάζουν συχνότερα με ένα άγονο παιχνίδι εννοιών παρά με μια προσπάθεια να οριστούν συστηματικά.. τα προβλήματα που μας απασχολούν και να καθοδηγούν οι προσπάθειές μας για τη λύση τους» (C. Wright Mills : Η κοινωνιολογική φαντασία, εκδ. Παπαζήσης, σελ. 61).

Το αίτημα του εκσυγχρονισμού, στις επόμενες δεκαετίες θα υπερβεί τις στενές «τεχνοκρατικές» διαστάσεις του και θα προσλάβει αξιακό εθνικό χαρακτήρα. Δεν καλείται ο εκσυγχρονισμός να λύσει –μονάχα- τρέχοντα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα. Δεν είναι ίσως μακράν η στιγμή, που θα μιλάμε με την ίδια ένταση και υπομονή για την αναγκαιότητα εκσυγχρονισμού π.χ. της εξωτερικής μας πολιτικής. Ο εκσυγχρονισμός, είναι πράγματι μια αναγκαιότητα. Και σαν τέτοια, δεν μπορεί να είναι θεμελιωμένη ούτε σε τυχαιότητες, ούτε να εκλαμβάνεται σαν μια ενδεχομενική περίπτωση σε κάποιο παίγνιο τακτικής, πολιτικής ή ακόμα και στρατηγικής. Είναι πράγματι μια «κατάσταση της φύσης», πάνω στην οποία αναπτύσσονται τακτικές, πολιτικές, στρατηγικές και όχι το αντίστροφο. Ο εκσυγχρονισμός, φέρει μέσα του μια καινοτομία. Είτε επιλαμβάνεται απλώς «διορθωτικών κινήσεων», είτε εξ ολοκλήρου καταργεί «πεπατημένες» λογικές, η καινοτομία του βρίσκεται στην «νοοτροπία» του, που δεν τον καθιστά μια απλή «…διαδοχή χρονολογιών, ούτε συσσώρευση πράξεων : είναι –ή πασχίζει να είναι- μια «καινούργια παρτίδα» της ιστορίας…» (παραφράζοντας ελαφρά τον Andre Decoufle : Κοινωνιολογία των επαναστάσεων, εκδ. Ι. Ν. Ζαχαρόπουλος, σελ. 50). Ο εκσυγχρονισμός δεν θυσιάζει ούτε το παρόν, ούτε το μέλλον του τόπου. Κοινότοπα ίσως λόγια, αλλά, σ’ έναν τόπο με ιστορικές μνήμες τέτοιες, που έχουν αναγάγει την υποθήκευση των προοπτικών του, των ελπίδων του, σε τρόπο ζωής, είναι καλό να ακούγονται που και που. Κύριοι αποδέκτες αυτής της «αγωνίας», είναι οι πολιτικοί και οι πολιτικές τους. Σε σχέση μ’ αυτά που ο τόπος θυσίασε γι’ αυτούς, ακόμα και χαμένες πατρίδες, αυτοί δεν θυσίασαν παρά πολύ λίγα.

Μονομερής η αντίληψη θα πουν ορισμένοι : καλά, τα ντόπια και τα ξένα συμφέροντα πού τα βάζεις; Τα βάζω «πουθενά» θ’ απαντήσω. Κανένα ντόπιο ή ξένο συμφέρον δεν θα μπορούσε να λοιδορήσει τις παραπάνω προοπτικές και ελπίδες, αν είχαμε ένα «παραγωγικό» πολιτικό πλαίσιο. Κι άλλες χώρες είναι μικρές, το ίδιο ευάλωτες σ’ αυτά τα «συμφέροντα», αλλά κατορθώνουν αν μη τι άλλο, να επιβιώνουν με αξιοπρέπεια. Όχι ότι δεν υπάρχουν τα «συμφέροντα» αυτά, όχι ότι δεν έχουν δύναμη, αλλά, κι αυτό είναι σχετικό. Η ίδια δύναμη εξισορροπείται σε λογικά πλαίσια, όσο αυξάνει η αντίσταση της άλλης πλευράς. Και λέγοντας «αντίσταση», καμία σχέση με «υπερήφανους λεονταρισμούς»…
 
Copyright © 2015 Taxalia Blog - Θεσσαλονίκη