30 Μαΐ 2014

Εβδομήντα δύο μύες για μια λέξη

Αφού έχουν μάτια γιατί δεν βλέπουν; – Αφού έχουν αυτιά γιατί δεν ακούν; – Αφού έχουν νεύρα γιατί δεν νιώθουν; – Αφού ζήτησαν την ψήφο μας / για να κάνουν τη ζωή μας καλύτερη / γιατί την μετέτρεψαν σε κόλαση; - Κι αφού το έχουμε καταλάβει όλοι / γιατί τους ανεχόμαστε; - Γιατί συνεχίζουν να μας απασχολούν οι απατεώνες; - Γιατί δεχόμαστε να μας κοροϊδεύουν; - Και μέχρι πότε;

Γράφει ο Θάνος Τάκης 

Μπορεί να είναι περισσότερο φωτεινό το εσωτερικό του ψυγείου του, επειδή περιέχει ελάχιστα τρόφιμα, πια, και η λάμπα προλαβαίνει να γνωριστεί με όλες τις γωνιές.

Μπορεί να γέμισε διαφημιστικά που είναι βέβαιο θα ξεβάψουν αδιάβαστα, το παρμπρίζ του αυτοκινήτου, το οποίο μαζεύει σκόνη και σκουριά στο κορμί του και χώμα στις ρόδες, ακινητοποιημένο από καιρό, γιατί δεν του περισσεύουν για βενζίνη, ασφάλεια, τέλη.

Μπορεί να μην έχει καλά φρένα το μηχανάκι, αλλά δικαιολογείται λέγοντας ότι θα τα φτιάξει στο επόμενο σέρβις, που γνωρίζει ότι δεν θα κάνει ποτέ.

Μπορεί να αγωνιά εκείνο το νέο παιδί, που δεν έκοψε εισιτήριο στο λεωφορείο. Θα ήθελε να μην το κάνει, το έχει το μισόευρω, αλλά είναι το τελευταίο, και του χρειάζεται για έναν καφέ στο χέρι, για λίγα λεπτά παρέας με τους φίλους. Θα ήθελε να ήταν αλλιώς γιατί τώρα ντρέπεται, μην μπει ο ελεγκτής, κι όλο κοιτά την πόρτα, στις στάσεις.

Μπορεί και να προσποιείται πονοκέφαλο, και που να πάει να βρει την παρέα, την κοπέλα, έξω. Θέλει λεφτά το δρασκέλισμα από την εξώπορτα του σπιτιού, δεν είναι το κεφάλι, αυτός είναι ο λόγος, όπως πολύ καλά γνωρίζεις.

Μπορεί να μην πήρε τα φάρμακά του ο παππούς, αυτό το μήνα. Είχε τα χρήματα για την ολοένα αυξανόμενη «συμμετοχή» που πρέπει να πληρώνει από την ολοένα μικρότερη σύνταξη, «για να σωθεί η χώρα, γατί όλα κλέβαμε», έτσι του λέει ο Υπουργός Τηλεοπτικής Υγείας και Κοινωνικής Αναλγησίας. Αυτός δεν έκλεψε ποτέ, κι εξάλλου, όλοι να σωθούν προσπαθούν, και ποιος να σωθεί πρώτος; Αντέχει ένα μήνα χωρίς φάρμακα, θα πάρει τον επόμενο. Ίσως.

Μπορεί να χρειάστηκε τα χρήματα για το παιδί του, ο γέρος, για το νοίκι, έναν λογαριασμό, το ίδιο δεν τα βγάζει πέρα, άνεργο από καιρό. Προηγείται η ζωή από την υγεία. Συλλογίζεται ότι περιέργως, πριν 20 ή 30 χρόνια, κουτσά-στραβά, όλοι είχαν κάποια πρόσβαση στην υγεία, η οποία κόστιζε στο κράτος τότε, το 1/20 του σημερινού ποσού που του λένε και του κουνάνε το δάκτυλο, οι βολεμένοι των πέντε χιλιάδων ευρώ το μήνα. Τώρα, οι μισοί Έλληνες είναι εκτός συστήματος, αποσυνάγωγοι. Αν αρρωστήσουν, έχασαν. Ή και πέθαναν. Απορεί: πώς τα καταφέρναμε, τότε;

Μπορεί να μην χρειάζεται ούτε λίστα, πλέον, στο σούπερ-μάρκετ. Με το ζόρι ένα εικοσάρι, αυτά που αγοράζει, και τα γνωρίζει πολύ καλά κι απέξω. Δεν αλλάζουν και πολύ, βδομάδα τη βδομάδα, που μετρά διακριτικά μικρά χαρτονομίσματα και κέρματα, πάντα στον λιγότερα επισκέψιμο διάδρομο, μην ακούγεται ο ήχος. Παλιά δεν νοιαζόταν, τώρα έχει γίνει άσσος στην από μνήμης πρόσθεση, με ακρίβεια στο σέντσι, μην ξεφύγει ο λογαριασμός στο ταμείο, δεν αντέχει να ξεδιαλέγει πράγματα που θα ταξιδέψουν με εισιτήριο επιστροφής πληρωμένο από την ντροπή του πελάτη, στο ράφι της καταγωγής τους.

Μπορεί να κόβει ο γονιός το φροντιστήριο του παιδιού. Ή να μην το ξεκινά ποτέ, είναι μεγάλη η δέσμευση για επτά ή οκτώ χρόνια αγγλικά. Και μεγαλύτερη η ντροπή να πρέπει να το σταματήσει στα μισά του δρόμου. Μήπως έρθουν καλύτερες μέρες και το ξεκινήσει ξανά, μικρό είναι και το παιδί.

Μπορεί να ήθελε να το βοηθήσει με μερικά ιδιαίτερα. Βλέπει, είναι αδύναμο, χρειάζεται ένα ξυλαράκι να σταθεί ο κορμός του, αλλά δεν μπορεί, και ματώνει στη σκέψη και το βάρος της ευθύνης. Μένει ξάγρυπνος και βρίζει.

Μπορεί να μην είδαν πολλοί το χαμόγελο της ευτυχίας του μαθητή που διαπίστωσε ότι πέρασε στο – δημόσιο – Πανεπιστήμιο. Κάποιοι είδαν όμως, την στεναχώρια του, όταν το χαμόγελο πάγωσε καθώς μέτρησε την πιθανότητα να σπουδάσει στην πόλη που πέρασε, με δεδομένο ότι οι γονείς είναι άνεργοι. Όλα γίνονται, αλλά αυτό, γνωρίζει, δεν θα γίνει. Πώς να τους πει το νέο, ταυτόχρονα τόσο χαρμόσυνο και τόσο στενάχωρο;

Μπορεί... μπορεί... μπορεί...μπορεί...μπορεί...

Μπορεί να συμβαίνουν όλα αυτά. 
Μπορεί κι εσείς να τα έχετε δει. 
Μπορεί και να τα έχετε ζήσει. 
Ή μπορεί και να είναι στη φαντασία μου.

Θα ήταν αλλιώς τα πράγματα, κι εγώ θα ήμουν άλλος, αν είχε τύχει να διαβάσω τον Τύπο, προσεκτικότερα.

Αν το είχα κάνει, θα γνώριζα ότι 'έρχονται πολύ καλύτερες μέρες' επειδή, λέει, μετά από σύσκεψη του χαλίφη, με αυτόν που θέλει να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη, επίκειται αλλαγή σε πλήθος μεγάλο των υπουργείων. Αυτός που έβαλε εκεί που έβαλε, τις άνευρες υπουργικές κούκλες στο κουκλόσπιτο, τώρα θα τις αλλάξει δωμάτια, στολίδια και φορεσιά και όλα θα πάρουν νέα μορφή. Τι ενθουσιασμός στην αυλή του Πριγκηπάτου της Ασυνάρτητης Βουλής!

Θα ξαναγίνει και το θαύμα της Κανά, και τ’άλλα, με τα ψωμιά και τα ψάρια, και κανείς δεν θα πεινάσει ξανά.

Και θα ζήσουν αυτοί (μονίμως) καλά κι εμείς (ολοένα και) φτωχότερα.

Και μη χειρότερα.



Υ.Γ. Εβδομήντα δύο είναι οι μύες που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος, για να προφέρει μία και μόνο λέξη. Έτσι λένε οι επιστήμονες. Αν ουρλιάξει, δεν διευκρινίζουν πόσοι παραπάνω.

Χαλάλι σας, ο κόπος μου:

Καθάρματα.



 
Copyright © 2015 Taxalia Blog - Θεσσαλονίκη