Στον ΠΑΟΚ έχει γίνει συνήθεια. Τα όνειρα του καλοκαιριού να μετατρέπονται σε χειμερινούς εφιάλτες. Oμοίως και φέτος: οι
συζητήσεις στα ραδιόφωνα και τα καφέ τής πόλης επικεντρώνονται στη νέα χρονιά και πώς αυτή θα είναι περισσότερο επιτυχημένη από τις υπόλοιπες. Ξεχωριστή θέση στις συζητήσεις έχει ένας ποδοσφαιριστής που εδώ και χρόνια διχάζει το «ασπρόμαυρο» κοινό: ο Δημήτρης Σαλππιγγίδης. Να μείνει ή να φύγει; Τον χρειάζεται ο ΠΑΟΚ στα -και πάλι φιλόδοξα- σχέδιά του ή όχι; Πάντως το πρόσφατο ευρωπαϊκό ενενηντάλεπτο με την Σπάρτακ, ο «Σάλπι» το είδε από τον πάγκο...
Ο Δημήτρης Σαλπιγγίδης αποτελεί περίπτωση ποδοσφαιριστή που σπάνια συναντάται στην Ελλάδα. Καταρχήν, σε σχέση με το ποδοσφαιρικό του μέγεθος, δεν είναι "darling" των media. Δεν είναι δηλαδή εκείνος που θα βγει να πει την πιασάρικη ατάκα, να δώσει συνεντεύξεις ή να προσφέρει υλικό από μια σκανδαλώδη προσωπική ζωή στα φλας των φωτογράφων, αθλητικών ή κοσμικών. Με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζει τα media, αντιμετωπίζει και τους φιλάθλους. Δεν βγήκε ποτέ να «γλείψει», να φανατίσει, να τους καλέσει σε...πανστρατιά, κόντρα σε κάποιον «μισητό» αντίπαλο. Τους σεβόταν πάντοτε αλλά χωρίς να κάνει ατελείωτες δημόσιες σχέσεις. Ο Δημήτρης Σαλπιγγίδης είναι ένα παιδί από μια λαϊκή συνοικία της Θεσσαλονίκης, την Πολίχνη, που, χάρη στο ταλέντο και -κυρίως- στην πολύ σκληρή δουλειά που έχει ρίξει τόσα χρόνια στα γήπεδα, έχει «ανεβεί» οικονομικά και κοινωνικά και έχει φτιάξει τη ζωή του. Και που, παρόλα αυτά, δεν έχει «ξεφύγει», δεν καβάλησε καλάμι, δεν πήρε υφάκι, δεν έκανε «τον πολύ». Παρέμεινε ένας αγωνιστής μέσα στα γήπεδα, δίνοντας σε κάθε παιχνίδι το 100% των δυνάμεών του, απ' όπου του ζητηθεί να το κάνει (όπως στο περυσινό νικηφόρο εκτός έδρας παιχνίδι με τον Ολυμπιακό όταν, στο δεύτερο ημίχρονο, αγωνίστηκε στη θέση του μπακ! ).
Ο Σαλπιγγίδης έχει πετύχει μερικά ιστορικά γκολ με την εθνική ομάδα (στο μπαράζ με τη Ρουμανία για το Μουντιάλ της Βραζιλίας, στην πρεμιέρα τού Euro 2012 κόντρα στην οικοδέσποινα Πολωνία, στο μπαράζ με την Ουκρανία για το Μουντιάλ τής Ν. Αφρικής, καθώς και το πρώτο γκολ που σημείωσε η εθνική μας ομάδα σε τελική φάση μουντιάλ, το 2010 κόντρα στη Νιγηρία) που, από μόνα τους, τον έχουν περάσει στο πάνθεον της ελληνικής ποδοσφαιρικής ιστορίας. Αλλά, τελικά, ουδείς προφήτης στον... τόπο του. Στον ΠΑΟΚ οι φίλαθλοι, μετά τη θητεία του στον Παναθηναϊκό, είναι σταθερά διχασμένοι απέναντί του. Οι μισοί τον χειροκροτούν, οι άλλοι μισοί τον αποδοκιμάζουν. Στάση που αποτελεί κάπως και τον καθρέφτη της ελληνικής κοινωνίας. Κάποιοι επενδύουν στην πόλωση και τον φανατισμό και «πουλούν» κάτι που είναι εύκολο να πουληθεί ( ώς ακριβώς μετριέται το «πόσο ΠΑΟΚτσής» είναι ένας παίκτης;) ενώ ένα άλλο μέρος, μάλλον μικρότερο, αναγνωρίζει ως αξίες στη ζωή τη σκληρή δουλειά, τα λίγα λόγια και τα πολλά έργα.
Το είπαμε και στην αρχή: ο Δημήτρης Σαλπιγγίδης δεν είναι τυπικό παράδειγμα Έλληνα που προσπαθεί να αναρριχηθεί με πλάγιους τρόπους και, μόλις «πιάσει την καλή», να αρχίσει να σκορπά δεξιά κι αριστερά λουλούδια, κούφιες δηλώσεις προς αναπαραγωγή και λεφτά, για «να κάνει λεζάντα». Είναι ένα παιδί που, παρά το ότι ανέβηκε σε εξαιρετικά μεγάλα ύψη ποδοσφαιρικής αναγνώρισης, παρέμεινε σεμνό και μετρημένο, όπως προφανώς έχει μάθει να είναι από την οικογένειά του. Που βάσισε την καριέρα του σε αρχές και αξίες και όχι σε εφήμερες εκλάμψεις και lifestyle πόζες. Που, αν ο μέσος Ελληνας ήταν σαν τον «καλό στρατιώτη Σαλπιγγίδη», ίσως και να μην ήμασταν στην κατάσταση που, ως χώρα, έχουμε τώρα βρεθεί...Σίγουρα ο «Σάλπι» δεν είναι στην πρώτη νεότητά του. Δεν έχει την έκρηξη που είχε πριν χρόνια, ούτε σπριντάρει ασταμάτητα. Δεν τον θέλει ο ΠΑΟΚ; Ας τον τιμήσει με ένα παιχνίδι (τώρα ή αργότερα) γιατί είναι ένας παίκτης που πολλά έχει προσφέρει. Αλλά να αποδοκιμάζεται, έστω και από μερίδα των φιλάθλων, ενίοτε χυδαία, δεν αρμόζει σε μια μεγάλη ομάδα, όπως ο Δικέφαλος του Βορρά.
Από την άλλη, αν το σκεφτείς, ο Σαλπιγγίδης, μέσα από τη δική του σοβαρότητα και συνέπεια, φέρνει αντιμέτωπο το ελληνικό ποδοσφαιρικό κοινό με κάποιες άβολες αλήθειες. Στον αντίποδα, δημόσιες φωνές από άλλους χώρους (πολιτική, οικονομία κ.λπ.) είναι συνήθως πιο δημοφιλείς αφού με τον τρόπο τους, χαϊδεύουν, ξυπνούν και καλοπιάνουν τον κατεργαράκο της ευκολίας που συχνά κρύβεται μέσα μας...
*Ο Γιάννης Τριανταφύλλου είναι δημοσιογράφος.
protagon.gr
συζητήσεις στα ραδιόφωνα και τα καφέ τής πόλης επικεντρώνονται στη νέα χρονιά και πώς αυτή θα είναι περισσότερο επιτυχημένη από τις υπόλοιπες. Ξεχωριστή θέση στις συζητήσεις έχει ένας ποδοσφαιριστής που εδώ και χρόνια διχάζει το «ασπρόμαυρο» κοινό: ο Δημήτρης Σαλππιγγίδης. Να μείνει ή να φύγει; Τον χρειάζεται ο ΠΑΟΚ στα -και πάλι φιλόδοξα- σχέδιά του ή όχι; Πάντως το πρόσφατο ευρωπαϊκό ενενηντάλεπτο με την Σπάρτακ, ο «Σάλπι» το είδε από τον πάγκο...
Ο Δημήτρης Σαλπιγγίδης αποτελεί περίπτωση ποδοσφαιριστή που σπάνια συναντάται στην Ελλάδα. Καταρχήν, σε σχέση με το ποδοσφαιρικό του μέγεθος, δεν είναι "darling" των media. Δεν είναι δηλαδή εκείνος που θα βγει να πει την πιασάρικη ατάκα, να δώσει συνεντεύξεις ή να προσφέρει υλικό από μια σκανδαλώδη προσωπική ζωή στα φλας των φωτογράφων, αθλητικών ή κοσμικών. Με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζει τα media, αντιμετωπίζει και τους φιλάθλους. Δεν βγήκε ποτέ να «γλείψει», να φανατίσει, να τους καλέσει σε...πανστρατιά, κόντρα σε κάποιον «μισητό» αντίπαλο. Τους σεβόταν πάντοτε αλλά χωρίς να κάνει ατελείωτες δημόσιες σχέσεις. Ο Δημήτρης Σαλπιγγίδης είναι ένα παιδί από μια λαϊκή συνοικία της Θεσσαλονίκης, την Πολίχνη, που, χάρη στο ταλέντο και -κυρίως- στην πολύ σκληρή δουλειά που έχει ρίξει τόσα χρόνια στα γήπεδα, έχει «ανεβεί» οικονομικά και κοινωνικά και έχει φτιάξει τη ζωή του. Και που, παρόλα αυτά, δεν έχει «ξεφύγει», δεν καβάλησε καλάμι, δεν πήρε υφάκι, δεν έκανε «τον πολύ». Παρέμεινε ένας αγωνιστής μέσα στα γήπεδα, δίνοντας σε κάθε παιχνίδι το 100% των δυνάμεών του, απ' όπου του ζητηθεί να το κάνει (όπως στο περυσινό νικηφόρο εκτός έδρας παιχνίδι με τον Ολυμπιακό όταν, στο δεύτερο ημίχρονο, αγωνίστηκε στη θέση του μπακ! ).
Ο Σαλπιγγίδης έχει πετύχει μερικά ιστορικά γκολ με την εθνική ομάδα (στο μπαράζ με τη Ρουμανία για το Μουντιάλ της Βραζιλίας, στην πρεμιέρα τού Euro 2012 κόντρα στην οικοδέσποινα Πολωνία, στο μπαράζ με την Ουκρανία για το Μουντιάλ τής Ν. Αφρικής, καθώς και το πρώτο γκολ που σημείωσε η εθνική μας ομάδα σε τελική φάση μουντιάλ, το 2010 κόντρα στη Νιγηρία) που, από μόνα τους, τον έχουν περάσει στο πάνθεον της ελληνικής ποδοσφαιρικής ιστορίας. Αλλά, τελικά, ουδείς προφήτης στον... τόπο του. Στον ΠΑΟΚ οι φίλαθλοι, μετά τη θητεία του στον Παναθηναϊκό, είναι σταθερά διχασμένοι απέναντί του. Οι μισοί τον χειροκροτούν, οι άλλοι μισοί τον αποδοκιμάζουν. Στάση που αποτελεί κάπως και τον καθρέφτη της ελληνικής κοινωνίας. Κάποιοι επενδύουν στην πόλωση και τον φανατισμό και «πουλούν» κάτι που είναι εύκολο να πουληθεί ( ώς ακριβώς μετριέται το «πόσο ΠΑΟΚτσής» είναι ένας παίκτης;) ενώ ένα άλλο μέρος, μάλλον μικρότερο, αναγνωρίζει ως αξίες στη ζωή τη σκληρή δουλειά, τα λίγα λόγια και τα πολλά έργα.
Το είπαμε και στην αρχή: ο Δημήτρης Σαλπιγγίδης δεν είναι τυπικό παράδειγμα Έλληνα που προσπαθεί να αναρριχηθεί με πλάγιους τρόπους και, μόλις «πιάσει την καλή», να αρχίσει να σκορπά δεξιά κι αριστερά λουλούδια, κούφιες δηλώσεις προς αναπαραγωγή και λεφτά, για «να κάνει λεζάντα». Είναι ένα παιδί που, παρά το ότι ανέβηκε σε εξαιρετικά μεγάλα ύψη ποδοσφαιρικής αναγνώρισης, παρέμεινε σεμνό και μετρημένο, όπως προφανώς έχει μάθει να είναι από την οικογένειά του. Που βάσισε την καριέρα του σε αρχές και αξίες και όχι σε εφήμερες εκλάμψεις και lifestyle πόζες. Που, αν ο μέσος Ελληνας ήταν σαν τον «καλό στρατιώτη Σαλπιγγίδη», ίσως και να μην ήμασταν στην κατάσταση που, ως χώρα, έχουμε τώρα βρεθεί...Σίγουρα ο «Σάλπι» δεν είναι στην πρώτη νεότητά του. Δεν έχει την έκρηξη που είχε πριν χρόνια, ούτε σπριντάρει ασταμάτητα. Δεν τον θέλει ο ΠΑΟΚ; Ας τον τιμήσει με ένα παιχνίδι (τώρα ή αργότερα) γιατί είναι ένας παίκτης που πολλά έχει προσφέρει. Αλλά να αποδοκιμάζεται, έστω και από μερίδα των φιλάθλων, ενίοτε χυδαία, δεν αρμόζει σε μια μεγάλη ομάδα, όπως ο Δικέφαλος του Βορρά.
Από την άλλη, αν το σκεφτείς, ο Σαλπιγγίδης, μέσα από τη δική του σοβαρότητα και συνέπεια, φέρνει αντιμέτωπο το ελληνικό ποδοσφαιρικό κοινό με κάποιες άβολες αλήθειες. Στον αντίποδα, δημόσιες φωνές από άλλους χώρους (πολιτική, οικονομία κ.λπ.) είναι συνήθως πιο δημοφιλείς αφού με τον τρόπο τους, χαϊδεύουν, ξυπνούν και καλοπιάνουν τον κατεργαράκο της ευκολίας που συχνά κρύβεται μέσα μας...
*Ο Γιάννης Τριανταφύλλου είναι δημοσιογράφος.