Τα 200 δισ. ευρώ φθάνουν οι κοινοτικές ενισχύσεις για τη χώρα μας την τελευταία 35ετία
Μεταξύ των πιο ωφελημένων κρατών-μελών στην Ε.Ε., σε ό,τι αφορά τα χρήματα που έχουν εισρεύσει ως κοινοτικοί πόροι, είναι η Ελλάδα από την ένταξή της έως σήμερα. Η συνεισφορά προσδιορίζεται μεταξύ 2% και 5% του ΑΕΠ, σταθερά περίπου από το 1995, και σύμφωνα με μελέτες το συνολικό ποσό των εισροών προσεγγίζει τα 200 δισ. ευρώ κατά τη διάρκεια των τελευταίων 35 χρόνων.
Στο ποσό αυτό, υπολογισμένο με βάση τρέχουσες τιμές, περιλαμβάνεται το σύνολο των κοινοτικών πόρων μέσα από την Πολιτική Συνοχής, την Κοινή Αγροτική Πολιτική και το Κοινωνικό Ταμείο, και παραμένει υψηλό ακόμη και αν αφαιρεθεί η συνεισφορά μας στον κοινοτικό προϋπολογισμό κάθε χρόνο. Πρόκειται δηλαδή για το καθαρό δημοσιονομικό αποτέλεσμα, αφού αφαιρεθούν οι εισφορές, οι επιστροφές κονδυλίων που δεν απορροφήθηκαν, αλλά και τα εκατοντάδες εκατομμύρια των προστίμων που υποχρεώνεται να πληρώνει λόγω των ατασθαλιών και των παραβάσεων της κοινοτικής νομοθεσίας και το οποίο ανήλθε στα τέλη του 2015 στα 118,2 δισ.
Η ιστορία των κοινοτικών μεταβιβάσεων για την Ελλάδα έχει ξεκινήσει με τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα, το 1982. Είχε προηγηθεί η στήριξη της γεωργίας από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων και, στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, αποτέλεσε βασικό χρηματοδοτικό μηχανισμό στήριξης του αγροτικού εισοδήματος μέσω κατώτατων εγγυημένων τιμών και εισοδηματικών ενισχύσεων. Ακολούθησε το Α΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, γνωστό ως πακέτο Ντελόρ (1988-1993), που έδωσε τη σκυτάλη στο Β΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, το λεγόμενο πακέτο Σαντέρ (1994-1999), και στη συνέχεια το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης της περιόδου 2000-2006.
Από το 1988, την εποχή του πρώτου πακέτου Ντελόρ, οπότε θεσπίστηκαν πολυετείς δημοσιονομικές προοπτικές, οι σχετικές αποφάσεις συνδέθηκαν με τις «ιστορικές στιγμές» της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, τις στιγμές δηλαδή των μεγάλων επανεξισορροπήσεων της Ε.Ε., που σηματοδότησαν την ώθηση προς «περισσότερη Ευρώπη».
Καθ’ όλη τη δεκαετία του 2000, η Ελλάδα φιγουράρει σταθερά στις πρώτες θέσεις μεταξύ των χωρών με τις μεγαλύτερες εισπράξεις από τον κοινοτικό προϋπολογισμό ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η σχέση αυτή ανατράπηκε μετά τη διεύρυνση του 2004, χωρίς ωστόσο να στερήσει από τη χώρα μας τα υψηλά κονδύλια των δύο ΕΣΠΑ που ακολούθησαν.
Στη μεγαλύτερη από τις κατηγορίες δαπανών του προϋπολογισμού, τη γεωργία την περίοδο 2007-2012, η Ελλάδα εισπράττει το 5% του συνόλου, μετά τη Γαλλία, την Ισπανία, τη Γερμανία, την Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Πολωνία, αλλά είναι δεύτερη στην κατάταξη μετά την Ιρλανδία σε εισπράξεις ανά κάτοικο. Αντίστοιχη είναι η εικόνα που προκύπτει για τις εισπράξεις και από τα διαρθρωτικά ταμεία.
Από το 1981 το ύψος των καθαρών μεταβιβάσεων, δηλαδή αυτών που εισπράττουμε αφού αφαιρέσουμε τις εισφορές μας στον κοινοτικό προϋπολογισμό, αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο διαρκώς και, από το 1,3 δισ. του 1983, φτάσαμε τα 3 δισ. το 1990 και τα 5,5 δισ. το 2000. Το 2008, δηλαδή λίγο πριν ξεσπάσει η κρίση στην Ελλάδα, οι κοινοτικές μεταβιβάσεις ανήλθαν σε επίπεδο-ρεκόρ, φθάνοντας τα 8,5 δισ. για να εξισορροπηθούν στη συνέχεια στο ύψος των 6,2 δισ. το 2015, όταν, μετά την εθνική διαπραγμάτευση της χώρας και προκειμένου να κλείσει το ΕΣΠΑ χωρίς απώλειες κοινοτικών πόρων, συμφωνήθηκε ο μηδενισμός της εθνικής συμμετοχής στο πρόγραμμα και η εκταμίευση του συνόλου των κοινοτικών πόρων που απέμεναν για να ολοκληρωθεί το ΕΣΠΑ.
Μεταξύ των πιο ωφελημένων κρατών-μελών στην Ε.Ε., σε ό,τι αφορά τα χρήματα που έχουν εισρεύσει ως κοινοτικοί πόροι, είναι η Ελλάδα από την ένταξή της έως σήμερα. Η συνεισφορά προσδιορίζεται μεταξύ 2% και 5% του ΑΕΠ, σταθερά περίπου από το 1995, και σύμφωνα με μελέτες το συνολικό ποσό των εισροών προσεγγίζει τα 200 δισ. ευρώ κατά τη διάρκεια των τελευταίων 35 χρόνων.
Στο ποσό αυτό, υπολογισμένο με βάση τρέχουσες τιμές, περιλαμβάνεται το σύνολο των κοινοτικών πόρων μέσα από την Πολιτική Συνοχής, την Κοινή Αγροτική Πολιτική και το Κοινωνικό Ταμείο, και παραμένει υψηλό ακόμη και αν αφαιρεθεί η συνεισφορά μας στον κοινοτικό προϋπολογισμό κάθε χρόνο. Πρόκειται δηλαδή για το καθαρό δημοσιονομικό αποτέλεσμα, αφού αφαιρεθούν οι εισφορές, οι επιστροφές κονδυλίων που δεν απορροφήθηκαν, αλλά και τα εκατοντάδες εκατομμύρια των προστίμων που υποχρεώνεται να πληρώνει λόγω των ατασθαλιών και των παραβάσεων της κοινοτικής νομοθεσίας και το οποίο ανήλθε στα τέλη του 2015 στα 118,2 δισ.
Η ιστορία των κοινοτικών μεταβιβάσεων για την Ελλάδα έχει ξεκινήσει με τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα, το 1982. Είχε προηγηθεί η στήριξη της γεωργίας από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων και, στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, αποτέλεσε βασικό χρηματοδοτικό μηχανισμό στήριξης του αγροτικού εισοδήματος μέσω κατώτατων εγγυημένων τιμών και εισοδηματικών ενισχύσεων. Ακολούθησε το Α΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, γνωστό ως πακέτο Ντελόρ (1988-1993), που έδωσε τη σκυτάλη στο Β΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, το λεγόμενο πακέτο Σαντέρ (1994-1999), και στη συνέχεια το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης της περιόδου 2000-2006.
Από το 1988, την εποχή του πρώτου πακέτου Ντελόρ, οπότε θεσπίστηκαν πολυετείς δημοσιονομικές προοπτικές, οι σχετικές αποφάσεις συνδέθηκαν με τις «ιστορικές στιγμές» της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, τις στιγμές δηλαδή των μεγάλων επανεξισορροπήσεων της Ε.Ε., που σηματοδότησαν την ώθηση προς «περισσότερη Ευρώπη».
Καθ’ όλη τη δεκαετία του 2000, η Ελλάδα φιγουράρει σταθερά στις πρώτες θέσεις μεταξύ των χωρών με τις μεγαλύτερες εισπράξεις από τον κοινοτικό προϋπολογισμό ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η σχέση αυτή ανατράπηκε μετά τη διεύρυνση του 2004, χωρίς ωστόσο να στερήσει από τη χώρα μας τα υψηλά κονδύλια των δύο ΕΣΠΑ που ακολούθησαν.
Στη μεγαλύτερη από τις κατηγορίες δαπανών του προϋπολογισμού, τη γεωργία την περίοδο 2007-2012, η Ελλάδα εισπράττει το 5% του συνόλου, μετά τη Γαλλία, την Ισπανία, τη Γερμανία, την Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Πολωνία, αλλά είναι δεύτερη στην κατάταξη μετά την Ιρλανδία σε εισπράξεις ανά κάτοικο. Αντίστοιχη είναι η εικόνα που προκύπτει για τις εισπράξεις και από τα διαρθρωτικά ταμεία.
Από το 1981 το ύψος των καθαρών μεταβιβάσεων, δηλαδή αυτών που εισπράττουμε αφού αφαιρέσουμε τις εισφορές μας στον κοινοτικό προϋπολογισμό, αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο διαρκώς και, από το 1,3 δισ. του 1983, φτάσαμε τα 3 δισ. το 1990 και τα 5,5 δισ. το 2000. Το 2008, δηλαδή λίγο πριν ξεσπάσει η κρίση στην Ελλάδα, οι κοινοτικές μεταβιβάσεις ανήλθαν σε επίπεδο-ρεκόρ, φθάνοντας τα 8,5 δισ. για να εξισορροπηθούν στη συνέχεια στο ύψος των 6,2 δισ. το 2015, όταν, μετά την εθνική διαπραγμάτευση της χώρας και προκειμένου να κλείσει το ΕΣΠΑ χωρίς απώλειες κοινοτικών πόρων, συμφωνήθηκε ο μηδενισμός της εθνικής συμμετοχής στο πρόγραμμα και η εκταμίευση του συνόλου των κοινοτικών πόρων που απέμεναν για να ολοκληρωθεί το ΕΣΠΑ.
