ΑΡΘΡΟ Ν.ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ. Το Φαινόμενο της Ρήξης και το Αίτημα για Κράτος Δικαίου
Δεν γεννιούνται στα κομματικά γραφεία, στα πάνελ ή στις δημοσκοπήσεις. Τα μεγάλα πολιτικά φαινόμενα
γεννιούνται όταν η κοινωνία δεν αντέχει άλλο. Και αυτό ακριβώς ζούμε σήμερα στην Ελλάδα. Δεν πρόκειται για απλή δυσαρέσκεια ή κοινωνική κόπωση. Είναι κάτι βαθύτερο και πιο επικίνδυνο για κάθε εξουσία: μια υπαρξιακή ρήξη ανάμεσα στον πολίτη και το πολιτικό σύστημα.Ο πολίτης δεν λέει πλέον «διαφωνώ». Λέει: «Δεν σας εμπιστεύομαι», «δεν σας πιστεύω», «δεν σας αναγνωρίζω». Όταν χαθεί αυτή η βασική αναγνώριση, δεν έχουμε μια κυβερνητική κρίση, αλλά μια κρίση πολιτικής νομιμοποίησης.
Για χρόνια, μας παρουσίαζαν μια «κανονικότητα» με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: σκάνδαλα χωρίς τιμωρία, θεσμούς που δεν λειτουργούν, δικαιοσύνη που καθυστερεί, πολιτική ευθύνη που δεν αποδίδεται ποτέ.
Η κοινωνία έσφιγγε τα δόντια, υπέμενε, προσαρμοζόταν. Μέχρι που δεν γινόταν άλλο.
Η τραγωδία στα Τέμπη δεν ήταν απλώς ένα δυστύχημα. Ήταν το σημείο καμπής. Κατέρρευσε ο μύθος ότι «τα λάθη συμβαίνουν» και αποκαλύφθηκε με τον πιο ωμό τρόπο πως η αμέλεια, η διαφθορά και η ανευθυνότητα σκοτώνουν. Και μετά; Αντί για κάθαρση, είδαμε συγκάλυψη. Αντί για λογοδοσία, επικοινωνιακή διαχείριση. Η κοινωνία, όμως, δεν ξέχασε. Δεν μιλούσαν οι συνήθεις «αντιπολιτευτικές φωνές». Μιλούσαν γονείς, άνθρωποι που δεν ζητούσαν εξουσία, αλλά δικαιοσύνη.
Η Γέννηση ενός Φαινομένου: Από την Πόνο στην Πολιτική Αξίωση
Σε αυτό το πολιτικό ρήγμα διαμορφώνεται η εμφάνιση της Μαρίας Καρυστιανού. Δεν εμφανίζεται ως πολιτικός της παλιάς σχολής, αλλά ως σύμβολο ενός αιτήματος που υπήρχε καιρό χωρίς φωνή. Μια μητέρα που έχασε το παιδί της. Μια πολίτης που λέει: «Ως εδώ».
Αυτό που συγκλονίζει δεν είναι η πρόθεση δημιουργίας κόμματος, αλλά το ποιος το λέει και από πού το λέει. Είναι η διαφορά ανάμεσα σε έναν επαγγελματία πολιτικό που μιλά για κάθαρση και σε έναν άνθρωπο που δεν έχει τίποτα να κερδίσει από το σύστημα και έχει χάσει τα πάντα από αυτό. Η κοινωνία δεν ακούει πρόγραμμα, ακούει αλήθεια.
Δεν βλέπει φιλοδοξία, βλέπει ανάγκη. Δεν βλέπει στρατηγική, βλέπει ηθικό δικαίωμα.
Το πολιτικό σύστημα νιώθει άβολα, γιατί απέναντί του δεν έχει έναν αντίπαλο για διαπραγμάτευση, αλλά μια κατηγορία. Κατηγορία ότι η χώρα κυβερνήθηκε χωρίς επαρκείς δικλίδες ασφαλείας. Κατηγορία ότι η ευθύνη δεν αποδόθηκε. Κατηγορία ότι το κράτος δικαίου λειτούργησε επιλεκτικά.
Η κοινωνία δεν ζητά εκδίκηση,
ζητά δικαιοσύνη. Και για να υπάρξει δικαιοσύνη, πρέπει να σπάσει η ατιμωρησία.
Δεξιά, Αριστερά, ή Απλά «Κάθαρση»;
Πολλοί αναλυτές κάνουν λάθος ερωτήσεις: «Τι ιδεολογία θα έχει;», «Πού τοποθετείται;». Το φαινόμενο, όμως, δεν ξεκινά από ιδεολογία. Ξεκινά από την απαίτηση για κάθαρση. Και η κάθαρση δεν είναι πολιτικό ρεύμα, είναι προϋπόθεση Δημοκρατίας.
Ο πολίτης που κοιτάζει προς αυτή την κατεύθυνση δεν ψάχνει νέο διαχειριστή του υπάρχοντος, ψάχνει εκκαθαριστή.
Γι’ αυτό η αρχή της μη συνεργασίας με πρόσωπα του υπάρχοντος συστήματος προκαλεί πανικό. Ποια εμπειρία, όμως, να διασωθεί; Η εμπειρία της διαπλοκής και της ατιμωρησίας;
Η κοινωνία δεν εμπιστεύεται πλέον τους επαγγελματίες πολιτικούς όχι επειδή είναι όλοι διεφθαρμένοι, αλλά επειδή είναι όλοι δεσμευμένοι από μηχανισμούς, κόμματα και ισορροπίες.
Η Μαρία Καρυστιανού δεν έχει πολιτικά γραμμάτια να προστατεύσει. Έχει κάτι πιο ισχυρό: ηθική νομιμοποίηση. Και αυτή της δόθηκε από την κοινωνία, όχι από κόμμα. Οι επιθέσεις εναντίον της γίνονται προσωπικές – για το ντύσιμό της, τον τρόπο ομιλίας της, το πένθος της – διότι όταν δεν μπορείς να αντικρούσεις το επιχείρημα, προσπαθείς να ακυρώσεις τον φορέα του. Ο κόσμος, όμως, το βλέπει: αυτή η γυναίκα θα αντάλλασσε όλη τη δημοσιότητα για μισό λεπτό πίσω με το παιδί της. Αυτό την καθιστά αδιάφθορη.
Το Πραγματικό Δίλημμα:
Κράτος Δικαίου ή Παρακμή;
Φτάνουμε στο ουσιαστικό ερώτημα. Δεν κρίνεται αν ένα συγκεκριμένο πολιτικό εγχείρημα θα πετύχει. Κρίνεται αν αυτή η χώρα θα συνεχίσει να ζει με την ατιμωρησία ή αν θα διεκδικήσει, επιτέλους, ένα πραγματικό Κράτος Δικαίου. Κράτος όπου οι νόμοι ισχύουν για όλους, χωρίς ασυλίες και πολιτική προστασία.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν διάθεση, όχι απλά ποσοστά. Και η διάθεση λέει: «Θέλουμε κάτι καινούργιο, όχι επειδή είναι καινούργιο, αλλά επειδή το παλιό μας πλήγωσε».
Ναι, υπάρχουν κίνδυνοι σε κάθε τέτοια προσπάθεια: κίνδυνος υπερπροσδοκίας, προσωποποίησης, απογοήτευσης. Αλλά υπάρχει ένας μεγαλύτερος και πιο σίγουρος κίνδυνος: ο κίνδυνος να μην γίνει τίποτα. Να επιστρέψουμε στο γνώριμο, στο «ελαττωματικό αλλά σταθερό». Αυτός είναι ο δρόμος της παρακμής, που έρχεται με συνήθεια, χαμηλές προσδοκίες και αποδοχή του άδικου ως φυσιολογικού.
Η εμφάνιση αυτής της αξιακής ρήξης λειτουργεί ως διακοπή αυτής της συνήθειας. Είναι ένα μέσο για να τεθεί ξανά το θεμελιώδες ερώτημα: ποιος κυβερνά και με ποιο ηθικό δικαίωμα;
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ένα πρόσωπο είναι «έτοιμο». Το ερώτημα είναι αν εμείς, ως κοινωνία, είμαστε έτοιμοι να απαιτήσουμε Κράτος Δικαίου. Να σταματήσουμε να ψηφίζουμε με φόβο. Να πληρώσουμε το πολιτικό κόστος της ρήξης που απαιτεί η κάθαρση.
Γιατί, σε τελική ανάλυση, αν αφήσουμε αυτή τη στιγμή να χαθεί και επιστρέψουμε στη βολική σιωπή, τότε θα έχουμε επιλέξει μόνοι μας την παράταση της παρακμής. Η μπάλα είναι πλέον στην κερκίδα….
