26 Απρ 2026

O ανέμελος Σάντσεθ, ο Ερντογάν κι εμείς


 Αυτή είναι ζωή. Να είσαι μακριά από τους πολέμους και να λες «τραγούδια» από τα υψίπεδα του ηθικού πλεονεκτήματος. Πιάνει και γοητεύει, ιδίως εδώ, όσους (στην αντιπολίτευση) δεν κουβαλούν το βάρος για την προστασία της χώρας. Και μπορούν σκαμπρόζικα να αγνοούν τις «επικίνδυνες σχέσεις» του ισπανού πρωθυπουργού με τους Τούρκους. Η Σύνοδος, το Ισραήλ και το παρασκήνιο

Αλέκος Παπαναστασίου
Αλέκος Παπαναστασίου

Τo ιδανικό είναι να είσαι όμορφος, πλούσιος και υγιής. Ομως αν διαθέτεις και ηθικό πλεονέκτημα (δηλαδή, όσα λες να χτυπούν τη χορδή του αισθήματος δικαίου) και δεν έχεις και απέναντι τον Ερντογάν να απειλεί ότι «θα έρθουμε μια νύχτα ξαφνικά», τα πράγματα είναι ακόμα καλύτερα.

Ενα μπόνους είναι ότι σε θαυμάζουν στην Ελλάδα όσοι έχουν πετύχει ένα παρόμοιο πακέτο καλής ζωής, ή αν θέλετε, αριστερόστροφου τύπου ευδαιμονίας: μίνιμουμ ευθύνες και κίνδυνοι (στην ασφάλεια της αντιπολίτευσης οι δικοί μας), μάξιμουμ ηθικό πλεονέκτημα και «ο λαός τραγούδι θέλει».

Γνωστό μοντέλο, φωταγωγημένο στα «καλά χρόνια» της Μεταπολίτευσης όταν έφτανε να τοποθετήσεις σωστά τον εαυτό σου για να έχεις τα προβλεπόμενα οφέλη.

Αλλαξαν όμως οι εποχές. Σήμερα ζούμε στην εποχή του Τραμπ, στα χρόνια των ανατροπών, του ρίσκου και της διακινδύνευσης και επιπλέον, θα το θυμάστε, την προηγούμενη δεκαετία η Ελλάδα χρεοκόπησε.

Να ‘μάστε λοιπόν στο 2026 με δύο πολέμους στη γειτονιά μας, την Τουρκία σε φάση επιθετικής αμηχανίας (αναλυτικά εδώ) και την Ελλάδα να παλεύει να ισχυροποιήσει τη θέση της στην ΕΕ, το ΝΑΤΟ και στα νερά της Ανατολικής Μεσογείου.

Ενα βασικό στοιχείο του ηθικού πλεονεκτήματος στην πολιτική είναι να κατακεραυνώνεις εκ του ασφαλούς τους αντιπάλους σου και να τους δείχνεις πρότυπα που έκαναν τα πράγματα καλύτερα και πιο θαρραλέα από τους ίδιους παραβλέποντας πλήρως τις συνθήκες και τα συμφραζόμενα.

Αυτό συμβαίνει στην Ελλάδα από μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης με την απόπειρα συμβολοποίησης (ως δήθεν θαρραλέου και ασυμβίβαστου) του ισπανού πρωθυπουργού, Πέρδο Σάντσεθ, σε αντίθεση με τον δήθεν συμβιβασμένο και ισορροπιστή Κυριάκο Μητσοτάκη.

⇒ Διαβάστε: Δίωξη για διαφθορά κατά της συζύγου του Σάντσεθ

Πολιτικά είναι ακριβώς το ίδιο με την υπόσχεση του Αλέξη Τσίπρα ότι θα σκίσει τα μνημόνια την περασμένη δεκαετία. Αγνοεί πλήρως τις συνθήκες: την πραγματική πραγματικότητα, η οποία διαφέρει από την πραγματικότητα που κατασκευάζουν η πολιτική ρητορική και τα ωραία λόγια.

Διότι είναι προφανές ότι, όπως ο  Τσίπρας εφάρμοσε (αντί να σκίσει) τα μνημόνια (και ενίσχυσε τη συνεργασία με το Ισραήλ —ας το κρατήσουμε για μετά), έτσι και όσοι λένε ότι ο Μητσοτάκης θα έπρεπε να γίνει Σάντσεθ θα ζυγίσουν ακριβώς τα ίδια πράγματα αν βρεθούν στην καρέκλα του έλληνα Πρωθυπουργού.

Η Ισπανία, με την οποία η Ελλάδα διατηρεί άριστες σχέσεις (την επισκέφθηκε στις 12/1 ο κ. Μητσοτάκης και συναντήθηκε με τον Σάντσεθ), βρίσκεται στην άλλη άκρη της Μεσογείου. Δεν απειλείται ούτε από τον Πούτιν, ούτε από τον Ερντογάν. Το αντίθετο: ο Σάντσεθ είναι φίλος του Ερντογάν.

Στις 7 Απριλίου η τουρκική προεδρία ανέφερε ότι Ερντογάν και Σάντσεθ συζήτησαν στο τηλέφωνο, με τον τούρκο πρόεδρο να δηλώνει,σύμφωνα με την ανακοίνωση των Τούρκων, ότι «η αλληλεγγύη μεταξύ της Τουρκίας και της Ισπανίας, ιδίως στον τομέα της άμυνας και σε όλους τους τομείς, έχει τύχει θερμής υποδοχής από τους λαούς των δύο χωρών».

Την ίδια περίπου περίοδο, πέρα από τις αναλύσεις σε μεγάλα διεθνή ΜΜΕ, η έγκυρη δεξαμενή σκέψης Atlantic Council, με έδρα την Ουάσιγκτον, ανέλυε τη «σιωπηρή αλλά αυξανόμενη συνέργεια στις σχέσεις Τουρκίας-Ισπανίας» με τα εξής βασικά σημεία (18.3.2026):

♦ Τις τελευταίες εβδομάδες «οι λογαριασμοί των κυβερνήσεων της Τουρκίας και της Ισπανίας έχουν δημοσιεύσει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αναρτήσεις σχετικά με την αδελφοσύνη (brotherhood) των δύο χωρών»

♦ «Η Τουρκία και η Ισπανία έχουν εδραιώσει μια ρεαλιστική μορφή πολιτικής σύμπραξης, η οποία στηρίζεται όλο και περισσότερο στη συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας»

♦ Πρόκειται για «μια σχέση που χαρακτηρίζεται από εμπιστοσύνη και την απουσία βέτο» (από την Ισπανία για τις επιδιώξεις της Τουρκίας στη σχέση της με την ΕΕ).

♦ Σημειώνεται «η ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας της Τουρκίας» και το γεγονός ότι «για την Ισπανία, η Τουρκία αποτελεί λιγότερο ανταγωνιστή και περισσότερο συμπληρωματικό βιομηχανικό παράγοντα — έναν παράγοντα που προσφέρει ταχύτητα, παραγωγική ικανότητα και συστήματα με ολοένα και μεγαλύτερη διαλειτουργικότητα».

Νωρίτερα σύμφωνα με το Reuters(30.12.2025), Τουρκία και Ισπανία υπέγραψαν συμφωνία ύψους 2,6 δισ. ευρώ για την προμήθεια 30 ελαφρών εκπαιδευτικών αεροσκαφών από την Turkish Aerospace Industries στην ισπανική πολεμική αεροπορία.

Σημαίνουν αυτά πως όσοι εντός της χώρας θεωρούν υπόδειγμα τον Σάντσεθ είναι ανθέλληνες; Το αντίθετο! Θα έλεγε κανείς παραφράζοντας τον Μένη Κουμανταρέα ότι είναι «Δυο φορές Ελληνες» γιατί εφαρμόζουν ταυτοχρόνως και τις δύο φράσεις που έχει καθιερώσει ο σοφός ελληνικός λαός: «Εξω από τον χορό πολλά τραγούδια λες» ιδίως αν επιθυμείς να έχεις «και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο».

Με όλα αυτά κατά νου, αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον η εγχώρια συζήτηση γύρω από την πρόταση Σάντσεθ να καταγγείλει η ΕΕ τη συμφωνία σύνδεσης με το Ισραήλ, με πρώτο κρας-τεστ τη συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ αυτή την Τρίτη (21/4) στο Λουξεμβούργο.

Θα είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία ώστε να καταγγείλει η αντιπολίτευση τον κ. Μητσοτάκη για τη στρατηγική σχέση και την αμυντική συνεργασία της Ελλάδας με το Ισραήλ την οποία ενίσχυσε επί των ημερών της πρωθυπουργίας του ο Αλέξης Τσίπρας.

Oταν το έπραττε ο κ. Τσίπρας με την ενθάρρυνση των Αμερικανών γνώριζε ασφαλώς, όπως σήμερα ο κ. Μητσοτάκης, ότι η συμμαχία με το Ισραήλ στηρίζεται σε κρίσιμες παραμέτρους της πραγματικής πραγματικότητας (και όχι της ρητορείας).

Η Τουρκία εξακολουθεί να είναι η μοναδική χώρα της περιοχής που διατηρεί ρητή απειλή πολέμου κατά της Ελλάδας, αμφισβητεί ευθέως κυριαρχικά δικαιώματα και συνεχίζει να κατέχει τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σε αυτό το περιβάλλον, η χάραξη στρατηγικών συμμαχιών δεν είναι ζήτημα θεωρητικής προσέγγισης, αλλά επιλογή που υπαγορεύεται από τον ρεαλισμό.