11 Μαΐ 2026

Οριστικό «απαγορευτικό» στη χρήση της ελληνικής γλώσσας εντός των βουλγαρικών ορθόδοξων ναών της Αδριανούπολης


Οριστικό «απαγορευτικό» στη χρήση της ελληνικής γλώσσας εντός των βουλγαρικών ορθόδοξων ναών της Αδριανούπολης

επέβαλε το συμβούλιο της βουλγαρικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης, έπειτα από ένα επεισοδιακό ξέσπασμα κατά τον εορτασμό του Αγίου Γεωργίου.

Η ένταση πυροδοτήθηκε στον ναό του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου στην περιοχή Κιγίκ, όταν εκατοντάδες Βούλγαροι πιστοί αντέδρασαν βίαια στην προσπάθεια Ελλήνων κληρικών να τελέσουν τη λειτουργία στα ελληνικά, μετατρέποντας τη θρησκευτική γιορτή σε πεδίο εθνικιστικής αντιπαράθεσης.
Εξέγερση πιστών κατά του Πατριαρχείου

Η κρίση ξεκίνησε όταν ένας Μητροπολίτης του Οικουμενικού Πατριαρχείου επιχείρησε να ηγηθεί της λειτουργίας στην ελληνική γλώσσα, προκαλώντας την άμεση οργή των Βούλγαρων προσκυνητών που είχαν ταξιδέψει ομαδικά για την εορτή του προστάτη του ναού.

Οι παρευρισκόμενοι διέκοψαν τη διαδικασία, αξιώνοντας η λειτουργία να γίνει αποκλειστικά στη βουλγαρική γλώσσα, την οποία και κατανοούν. Το περιστατικό πήρε μεγάλες διαστάσεις στα τουρκικά και βουλγαρικά μέσα ενημέρωσης, αποκαλύπτοντας το βαθύ ρήγμα στις σχέσεις των δύο ορθόδοξων κοινοτήτων.
Λουκέτο στις τελετές μέχρι νεωτέρας

Ο Δημήτρι Γιότεφ, επικεφαλής του Ιδρύματος των Ορθόδοξων Εκκλησιών της Βουλγαρικής Εξαρχίας στην Κωνσταντινούπολη, ανακοίνωσε την πλήρη αναστολή των θρησκευτικών υπηρεσιών και στις δύο βουλγαρικές εκκλησίες της Αδριανούπολης. Οι ναοί θα παραμένουν ανοικτοί μόνο για ιδιωτική προσευχή και επισκέψεις, καθώς η κοινότητα αρνείται να δεχθεί την επιβολή Ελλήνων κληρικών. Σύμφωνα με τον Γιότεφ, οι τριβές προϋπήρχαν εδώ και χρόνια, όμως η κατάσταση βγήκε εκτός ελέγχου μετά τον θάνατο του σεβαστού ιερέα Αλεξάντερ Τσακιρίκ.
Η «γλώσσα» ως εργαλείο επιρροής

Στο πλευρό των πιστών στάθηκε και η Γενική Πρόξενος της Βουλγαρίας στην Αδριανούπολη, Ραντοσλάβα Καφετζίισκα, η οποία κατήγγειλε ότι το ζήτημα αφορά το θεμελιώδες δικαίωμα της κοινότητας να λατρεύει τον Θεό στη μητρική της γλώσσα. Οι Βούλγαροι αξιωματούχοι και εκπρόσωποι βλέπουν πίσω από τις ελληνικές λειτουργίες μια προσπάθεια του Οικουμενικού Πατριαρχείου να επεκτείνει την επιρροή του και να ελέγξει τη διοίκηση των ναών.

Μετά από θυελλώδεις διαπραγματεύσεις κατά την ημέρα της γιορτής, αναγνώστηκε τελικά μια προσευχή στα βουλγαρικά, όμως η απόφαση για απαγόρευση των ελληνικών παραμένει σε ισχύ ως απάντηση σε αυτό που η Σόφια θεωρεί «πολιτισμική εισβολή».