152 νησιά και το μισό Αιγαίο θέλει η Τουρκία να τεθούν στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης, διαφορετικά απειλεί με εισβολή. Στην Αθήνα, σύμφωνα με δηλώσεις του Αλέξη Παπαχελά, επικρατούν δυσαρέσκεια και έκπληξη. Προφανώς κάποιοι εξακολουθούν να αιφνιδιάζονται από πράγματα που η Άγκυρα διακηρύσσει δημόσια εδώ και χρόνια. Μάλλον οι αναλύσεις της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής δεν είναι όσο «ρεαλιστικές» παρουσιάζονται.
Με την υπογραφή της συμφωνίας «φιλίας και καλής γειτονίας» το 2023, ο Τούρκος πρόεδρος, σε συνέντευξή του στην Καθημερινή και στον Αλέξη Παπαχελά, απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με την υφαλοκρηπίδα και την παραπομπή του ζητήματος στο Διεθνές Δικαστήριο, είχε δηλώσει ξεκάθαρα: «Υπάρχουν πολλά αλληλένδετα προβλήματα που πρέπει να λυθούν εκτός από την υφαλοκρηπίδα. Πρέπει να τα εξετάσουμε ως ένα σύνολο. Δεν είναι σωστή η επιλεκτική προσέγγιση. Να μιλάμε για ορισμένα θέματα και να μην μιλάμε για κάποια άλλα. Γιατί είναι όλα αλληλένδετα. Όταν προσφεύγουμε στη διεθνή δικαιοσύνη, δεν πρέπει να αφήνουμε κανένα πρόβλημα πίσω.»
Με απλά λόγια, ο Ερντογάν ζητά να τεθεί υπό τη δικαιοδοσία διεθνούς δικαστηρίου αν το Αγαθονήσι, οι Οινούσσες, η Παναγιά και δεκάδες άλλα ελληνικά νησιά είναι ελληνικά ή τουρκικά. Και σήμερα κάποιοι στην Αθήνα εμφανίζονται αιφνιδιασμένοι, λες και οι τουρκικές επιδιώξεις δεν είχαν διατυπωθεί δημόσια, επίσημα και χωρίς περιστροφές.
Η αμφισβήτηση της κυριαρχίας ελληνικών νησιών, νησίδων και βραχονησίδων από την Τουρκία ήρθε στο προσκήνιο αμέσως μετά την κρίση των Ιμίων. Η Άγκυρα υποστηρίζει ότι οι δύο χώρες πρέπει να καταθέσουν τα νομικά τους επιχειρήματα ώστε να επιλυθεί το δήθεν «πρόβλημα» των περιοχών «ακαθορίστου κυριαρχίας». Δηλαδή, η Τουρκία επιχειρεί να μετατρέψει ανύπαρκτα ζητήματα σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και, μέσω της διαρκούς πίεσης, να δημιουργήσει τετελεσμένα.
Τι είχε προηγηθεί; Τον Μάιο του 1995 η ελληνική Βουλή κύρωσε τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, η οποία είχε υπογραφεί στο Μοντέγκο Μπέι της Τζαμάικα το 1982, εισάγοντας νέα δεδομένα στις θαλάσσιες ζώνες. Σύμφωνα με τη Σύμβαση, η Ελλάδα μπορούσε να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια, ενώ τα κατοικημένα νησιά ή όσα διαθέτουν οικονομική ζωή αποκτούν πλήρη δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες, συμπεριλαμβανομένης της ΑΟΖ. Αυτός είναι και ο πραγματικός λόγος που η Τουρκία δεν υπέγραψε ποτέ τη Σύμβαση. Τα νέα δεδομένα αύξησαν κατακόρυφα τη σημασία ακόμη και μικρών νησίδων και βραχονησίδων, αφού η κυριαρχία επ’ αυτών συνδέεται πλέον και με θαλάσσιους πόρους, ενεργειακά δικαιώματα και έλεγχο περιοχών στρατηγικής σημασίας.
Η αντίδραση της Άγκυρας ήταν άμεση. Τον Ιούνιο του 1995, η τουρκική Εθνοσυνέλευση εξέδωσε το γνωστό ψήφισμα περί casus belli, χαρακτηρίζοντας αιτία πολέμου την πιθανή επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ. Δηλαδή, η Τουρκία απειλεί εδώ και τριάντα χρόνια με πόλεμο επειδή η Ελλάδα ενδέχεται να ασκήσει ένα νόμιμο δικαίωμα που απορρέει από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Παρ’ όλα αυτά, στην ελληνική δημόσια συζήτηση συνεχίζουν ορισμένοι να μιλούν σαν το πρόβλημα να είναι απλώς μια «παρεξήγηση» που θα λυθεί με χαμόγελα, διακηρύξεις φιλίας και επικοινωνιακές φωτογραφίες.
Η τουρκική θέση είναι ότι η ελληνική κυριαρχία εκτείνεται μόνο στα νησιά που αναφέρονται ονομαστικά στις σχετικές Συνθήκες. Ωστόσο, με τη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923 η Τουρκία παραιτήθηκε από κάθε κυριαρχικό δικαίωμα επί όλων των νησιών πέραν των 3 μιλίων από τις μικρασιατικές ακτές, πλην της Ίμβρου, της Τενέδου και των Λαγουσών. Ο διαχωρισμός είναι απολύτως σαφής και δεν απαιτείται ονομαστική απαρίθμηση κάθε βραχονησίδας του Αιγαίου. Αντίστοιχα, με τη Συνθήκη των Παρισίων του 1947 η Ιταλία εκχώρησε στην Ελλάδα την πλήρη κυριαρχία των Δωδεκανήσων μαζί με τις παρακείμενες νησίδες.
Παρά ταύτα, η Άγκυρα επεκτείνει τις διεκδικήσεις της ακόμη και γύρω από την Κρήτη, αμφισβητώντας τη Γαύδο, τη Γαυδοπούλα, το Κουφονήσι και άλλες νησίδες. Το επιχείρημά της είναι ότι η Συνθήκη του Λονδίνου του 1913 ανέφερε μόνο ότι «η νήσος Κρήτη» εκχωρείται στους συμμάχους των Βαλκανικών Πολέμων, χωρίς να κατονομάζει τις εξαρτώμενες νησίδες. Με αυτή τη λογική, η Τουρκία επιχειρεί να παρουσιάσει ελληνικά εδάφη ως περιοχές «ακαθορίστου κυριαρχίας» ή ακόμη και ως «τουρκικά υπό ελληνική κατοχή». Πρόκειται για μια συστηματική αναθεωρητική πολιτική που δεν ξεκίνησε χθες και ασφαλώς δεν κρύφτηκε ποτέ.
Κατόπιν όλων αυτών, και επειδή το τριψήφιο τηλέφωνο ίσως χτυπήσει στις 3 τα ξημερώματα, καλό θα ήταννα υπάρχουν λιγότερες θριαμβολογίες περί «ήρεμων νερών» και περισσότερη σοβαρότητα. Γιατί η Τουρκία δεν αιφνιδιάζει, προαναγγέλλει εδώ και χρόνια όσα σκοπεύει να διεκδικήσει. Το πρόβλημα είναι ότι στην Αθήνα αρκετοί επιμένουν να κάνουν πως δεν ακούν.( από το ΦΒ ΤΟΥ ΛΑΜΠΡΟΥ ΤΖΟΥΜΗ)
