Του Κώστα Ζωντανού
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική διαδρομή ενός ανθρώπου που, όταν τις κοιτάζει χρόνια μετά, νιώθει πραγματικά περήφανος. Όχι γιατί απέκτησε αξιώματα, ούτε γιατί βρέθηκε κοντά στην εξουσία. Αλλά γιατί
συμμετείχε σε μια συλλογική προσπάθεια που απέδειξε ότι η πολιτική μπορεί να λειτουργήσει με σοβαρότητα, συνεννόηση και εντιμότητα.Μία τέτοια στιγμή ήταν η συμμετοχή μου στη Διακομματική Επιτροπή που συγκροτήθηκε την περίοδο της κυβέρνησης συνεργασίας Σαμαρά – Βενιζέλου – Κουβέλη.
Ήμασταν άνθρωποι από διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες, με διαφορετικές ιδεολογικές αναφορές και συχνά διαφορετικές προσεγγίσεις στα ζητήματα. Κι όμως, μας ένωνε κάτι πολύ σημαντικότερο: η αίσθηση ευθύνης απέναντι στη χώρα.
Η Ελλάδα εκείνη την εποχή βρισκόταν στη δυσκολότερη ίσως μεταπολιτευτική της δοκιμασία. Η οικονομική κρίση είχε γονατίσει την κοινωνία, οι πιέσεις από το εξωτερικό ήταν τεράστιες και η πολιτική σταθερότητα μόνο δεδομένη δεν ήταν.
Κι όμως, μέσα σε εκείνες τις συνθήκες, η κυβέρνηση συνεργασίας λειτούργησε με έναν τρόπο που σήμερα μοιάζει σχεδόν αυτονόητος αλλά τότε ήταν εξαιρετικά δύσκολος: με θεσμικό σεβασμό και πολιτική συνεννόηση.
Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι κάτι άλλο.
Εκείνη την περίοδο υπήρχαν ακριβώς οι ίδιες δημόσιες υπηρεσίες που υπάρχουν και σήμερα. Υπήρχε ο ΟΠΕΚΕΠΕ. Υπήρχαν οι Πολεοδομίες. Υπήρχαν οι δημόσιοι οργανισμοί. Υπήρχαν οι μηχανισμοί που διαχειρίζονταν κοινοτικά και εθνικά κονδύλια.
Κι όμως, η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου – Κουβέλη δεν συνδέθηκε με κανένα μεγάλο σκάνδαλο.
Ούτε με υποθέσεις διασπάθισης ευρωπαϊκών πόρων.
Ούτε με οργανωμένα κυκλώματα.
Ούτε με φαινόμενα που να τραυμάτισαν τη διεθνή εικόνα της χώρας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα ήταν τέλεια. Καμία κυβέρνηση δεν είναι αλάνθαστη. Σημαίνει όμως ότι υπήρχε μια διαφορετική πολιτική κουλτούρα. Υπήρχε έλεγχος. Υπήρχε αίσθηση ορίου. Υπήρχε η συνείδηση ότι η χώρα δεν άντεχε άλλα πλήγματα στην αξιοπιστία της.
Σήμερα, βλέποντας όσα αποκαλύπτονται γύρω από κρατικούς μηχανισμούς και δημόσιες δομές, δεν μπορώ να μη θυμάμαι εκείνη την περίοδο. Και δεν μπορώ να μη συγκρίνω.
Γιατί τελικά οι θεσμοί δεν λειτουργούν μόνο από τους νόμους. Λειτουργούν κυρίως από τους ανθρώπους που τους υπηρετούν και από το πολιτικό κλίμα που διαμορφώνει κάθε κυβέρνηση.
Γι’ αυτό αισθάνομαι περήφανος που συμμετείχα σε εκείνη την προσπάθεια. Όχι γιατί ανήκε σε κάποιο συγκεκριμένο κόμμα, αλλά γιατί απέδειξε ότι όταν οι πολιτικές δυνάμεις βάζουν πάνω από όλα το εθνικό συμφέρον, μπορούν να συνεργαστούν χωρίς να παράγουν σκιές, χωρίς να παράγουν σκάνδαλα και χωρίς να μετατρέπουν το κράτος σε λάφυρο.
Σε μια εποχή όπου η απαξίωση της πολιτικής κυριαρχεί, ίσως αξίζει να θυμόμαστε ότι υπήρξαν και περίοδοι όπου άνθρωποι διαφορετικών κομμάτων κάθονταν στο ίδιο τραπέζι, διαφωνούσαν, συγκρούονταν πολιτικά, αλλά στο τέλος υπηρετούσαν με ευθύνη τη χώρα.
Και αυτό, όσο κι αν ακούγεται παράξενο σήμερα, ήταν κάποτε το αυτονόητο.
