Οι κινητοποιήσεις της 9ης Αυγούστου και τα περιστατικά που ακολούθησαν ανοίγουν μια δύσκολη συζήτηση για τα όρια της πολιτικής διαμαρτυρίας, όταν η οργή απέναντι στην ισραηλινή κυβέρνηση μεταφέρεται σε Ισραηλινούς και Εβραίους πολίτες που βρίσκονται για διακοπές και διασκέδαση στην Ελλάδα
Η Ελλάδα είναι δημοκρατική χώρα και οι πολίτες της έχουν κάθε δικαίωμα να διαδηλώνουν για τη Γάζα, να εκφράζουν την αλληλεγγύη τους προς τον παλαιστινιακό λαό και να καταγγέλλουν με σκληρό τρόπο την πολιτική της ισραηλινής κυβέρνησης. Η ελευθερία της έκφρασης προστατεύει ακόμη και τις πλέον οξείες πολιτικές θέσεις, ενώ η τραγωδία στη Γάζα δικαιολογημένα προκαλεί οργή και αγανάκτηση σε μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινής γνώμης.
Υπάρχει, όμως, ένα όριο που αφορά τον ίδιο τον άνθρωπο και την προσωπική του ταυτότητα. Όταν η πολιτική καταγγελία μετατρέπεται σε εχθρότητα απέναντι στον Ισραηλινό πολίτη, όταν ένας τουρίστας θεωρείται συλλογικά υπεύθυνος για τις αποφάσεις της κυβέρνησής του ή όταν ένας Εβραίος αντιμετωπίζεται ως «σιωνιστής» και συνεπώς ως νόμιμος στόχος, τότε η συζήτηση περνά σε διαφορετικό επίπεδο.
Η προειδοποίηση του Ισραήλ
Η σοβαρότητα της κατάστασης αποτυπώθηκε με χαρακτηριστικό τρόπο στην προειδοποίηση του ισραηλινού υπουργείου Εξωτερικών προς τους πολίτες του που βρίσκονταν στην Ελλάδα ενόψει των κινητοποιήσεων της 9ης Αυγούστου. Οι ισραηλινές αρχές συνέστησαν αυξημένη προσοχή, αποφυγή συγκεντρώσεων και αντιπαραθέσεων, ενώ οι οδηγίες που δημοσιοποιήθηκαν περιλάμβαναν συστάσεις για χαμηλό προφίλ και περιορισμό της εμφανής προβολής ισραηλινών ή εβραϊκών συμβόλων. Οι κινητοποιήσεις είχαν προγραμματιστεί σε δεκάδες σημεία της χώρας, μεταξύ των οποίων και τουριστικοί προορισμοί με σημαντική παρουσία Ισραηλινών επισκεπτών.
Η συγκεκριμένη προειδοποίηση έχει σημασία που ξεπερνά ένα μεμονωμένο επεισόδιο. Όταν μια ξένη κυβέρνηση αισθάνεται την ανάγκη να συμβουλεύσει τους πολίτες της να μην προβάλλουν την εθνική ή θρησκευτική τους ταυτότητα σε μια ευρωπαϊκή χώρα, δημιουργείται μια ιδιαίτερα αρνητική εικόνα για το αίσθημα ασφάλειας. Ο τουρίστας δεν αξιολογεί έναν προορισμό μόνο με βάση το ξενοδοχείο, τις παραλίες ή τις τιμές. Αξιολογεί και το εάν μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερα, να μιλά τη γλώσσα του και να εμφανίζει την ταυτότητά του χωρίς να φοβάται ότι θα προκαλέσει επιθετικές αντιδράσεις.
Για την Ελλάδα το ζήτημα έχει και οικονομική διάσταση. Η ισραηλινή αγορά αποτελεί σημαντική πηγή τουριστικής κίνησης, ενώ οι σχέσεις των δύο χωρών έχουν διευρυνθεί τα τελευταία χρόνια στον τουρισμό, στις επενδύσεις, στην τεχνολογία και στην ασφάλεια. Δεν υπάρχει σήμερα επαρκής βάση για να υποστηριχθεί ότι τα γεγονότα της 9ης και της 10ης Αυγούστου έχουν ήδη προκαλέσει μετρήσιμη πτώση των αφίξεων από το Ισραήλ. Η χρονική απόσταση είναι ελάχιστη και η τουριστική κίνηση επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες.
Υπάρχει, όμως, ο κίνδυνος δημιουργίας μιας αντίληψης ανασφάλειας, η οποία μπορεί να επηρεάσει μελλοντικές επιλογές εάν παρόμοιες εικόνες επαναληφθούν. Μια χώρα που θέλει να προσελκύει τουρίστες δεν μπορεί να αδιαφορεί όταν οι επισκέπτες μιας συγκεκριμένης εθνικής ή θρησκευτικής ομάδας αισθάνονται ότι πρέπει να κρύψουν την ταυτότητά τους.
Το Αγκίστρι και η συλλογική ενοχοποίηση
Το περιστατικό στο Αγκίστρι στις 9 Αυγούστου απέκτησε ιδιαίτερη δημοσιότητα, καθώς έφερε σε αντιπαράθεση φιλοπαλαιστίνιους διαδηλωτές με Ισραηλινούς τουρίστες. Οι διαθέσιμες περιγραφές κάνουν λόγο για ένταση, ύβρεις, χειρονομίες, σπρωξίματα και προσπάθεια αφαίρεσης κινητών τηλεφώνων, ενώ οι διαφορετικές πλευρές αποδίδουν την ευθύνη για την έναρξη του επεισοδίου η μία στην άλλη. Η αντίφαση αυτή πρέπει να καταγραφεί, καθώς δεν μπορεί ένα αμφισβητούμενο περιστατικό να παρουσιάζεται ως τελεσίδικα αποδεδειγμένη επίθεση.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα ευρύτερο πολιτικό ζήτημα που παραμένει. Η παρουσία Ισραηλινών τουριστών σε μια φιλοπαλαιστινιακή συγκέντρωση δεν τους μετατρέπει σε εκπροσώπους της ισραηλινής κυβέρνησης. Ο τουρίστας που βρίσκεται στην Ελλάδα για διακοπές δεν έχει συλλογική ευθύνη για τις στρατιωτικές αποφάσεις της χώρας του και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πολιτικός αντίπαλος μόνο και μόνο επειδή διαθέτει ισραηλινό διαβατήριο.
Η συλλογική ενοχοποίηση λειτουργεί ακριβώς με αυτόν τον τρόπο. Αφαιρεί από το άτομο την προσωπική του ιδιότητα και του αποδίδει μια συλλογική ευθύνη. Ο Ισραηλινός γίνεται «το Ισραήλ», ο Εβραίος γίνεται «ο σιωνιστής» και στη συνέχεια καλείται να απολογηθεί για αποφάσεις που δεν έλαβε και πολιτικές που μπορεί να απορρίπτει.
Αυτή η λογική έχει ιδιαίτερη βαρύτητα όταν αφορά Εβραίους, καθώς η ευρωπαϊκή ιστορία του αντισημιτισμού έχει στηριχθεί επανειλημμένα στην ιδέα της συλλογικής ευθύνης. Όταν μια σύγχρονη πολιτική ρητορική επαναφέρει την ίδια λογική απέναντι σε Εβραίους ή Ισραηλινούς πολίτες, η συμπεριφορά δεν πρέπει να εξωραΐζεται με πολιτικούς όρους.
Η ευθύνη των φιλοπαλαιστίνιων διαδηλωτών
Οι οργανώσεις και οι πολιτικές δυνάμεις που συμμετέχουν στις φιλοπαλαιστινιακές κινητοποιήσεις έχουν ιδιαίτερη ευθύνη, ακριβώς επειδή διεκδικούν για τον εαυτό τους τον ρόλο του υπερασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η αγανάκτηση για τη Γάζα μπορεί να είναι ειλικρινής και βαθιά, ενώ η καταδίκη της ισραηλινής κυβέρνησης μπορεί να αποτελεί απολύτως θεμιτή πολιτική θέση. Η αξιοπιστία αυτής της στάσης εξαρτάται και από την ικανότητα των ίδιων των οργανωτών να απομονώνουν κάθε μορφή αντισημιτικής συμπεριφοράς.
Εάν ένας διαδηλωτής προπηλακίζει έναν Ισραηλινό επειδή είναι Ισραηλινός, η πολιτική του άποψη για τη Γάζα δεν αποτελεί δικαιολογία. Εάν ένας Εβραίος αντιμετωπίζεται ως συνεργός μιας κυβέρνησης την οποία δεν εκπροσωπεί, η επίκληση του αντισιωνισμού δεν αλλάζει τη φύση της συμπεριφοράς. Όταν ένας άνθρωπος αισθάνεται ότι πρέπει να κρύψει την ταυτότητά του για να αποφύγει την εχθρότητα, η πολιτική διαμαρτυρία έχει αποκτήσει ταυτοτικό χαρακτήρα.
Η Αριστερά θα έπρεπε να είναι ιδιαίτερα αυστηρή απέναντι σε τέτοια φαινόμενα. Η ιστορική της παράδοση στην καταπολέμηση του ρατσισμού και των διακρίσεων επιβάλλει συνέπεια, ενώ η αλληλεγγύη προς τους Παλαιστινίους δεν χρειάζεται την εχθρότητα απέναντι στους Εβραίους για να αποκτήσει πολιτικό περιεχόμενο. Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των Παλαιστινίων αποκτά μεγαλύτερη αξιοπιστία όταν συνοδεύεται από την ίδια αρχή σεβασμού απέναντι στους Εβραίους και τους Ισραηλινούς.
Το ίδιο ισχύει για τη χρήση του όρου «σιωνιστής». Όταν χρησιμοποιείται ως πολιτικός προσδιορισμός, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης και κριτικής. Όταν μετατρέπεται σε γενική βρισιά ή σε χαρακτηρισμό που επιτρέπει να αντιμετωπίζεται οποιοσδήποτε Ισραηλινός ως νόμιμος στόχος, η πολιτική ορολογία μετατρέπεται σε εργαλείο στοχοποίησης. Σε αυτή την περίπτωση ο αντισιωνισμός λειτουργεί ως κάλυψη μιας συμπεριφοράς που στρέφεται τελικά εναντίον ανθρώπων.
Η ευθύνη της Πολιτείας
Η ελληνική Πολιτεία έχει μπροστά της μια δύσκολη ισορροπία, η οποία απαιτεί ίση εφαρμογή των δημοκρατικών κανόνων για όλους. Η φιλοπαλαιστινιακή διαδήλωση προστατεύεται από το Σύνταγμα και η Αστυνομία οφείλει να διασφαλίζει την ομαλή διεξαγωγή της. Παράλληλα, έχει καθήκον να προστατεύει όσους κινδυνεύουν να γίνουν στόχοι βίας ή εκφοβισμού εξαιτίας της εθνικής ή θρησκευτικής τους ταυτότητας.
Η πολιτική ηγεσία χρειάζεται επομένως να διατυπώσει έναν κανόνα χωρίς αμφισημίες. Η κριτική στο Ισραήλ και η αλληλεγγύη προς τους Παλαιστινίους αποτελούν θεμιτές πολιτικές θέσεις. Η βία, οι απειλές και η στοχοποίηση ανθρώπων επειδή είναι Ισραηλινοί ή Εβραίοι αποτελούν διαφορετική υπόθεση και πρέπει να αντιμετωπίζονται με βάση τον νόμο, ανεξάρτητα από την πολιτική ταυτότητα εκείνων που τις προκαλούν.
Η Ελλάδα έχει λόγο να υπερασπιστεί αυτή την αρχή και για την εικόνα της ως ασφαλούς τουριστικού προορισμού. Η ασφάλεια ενός τουρίστα δεν μπορεί να εξαρτάται από το εάν συμφωνεί με την κυβέρνηση της χώρας του ή από το εάν το διαβατήριό του προκαλεί πολιτικές αντιδράσεις. Η χώρα μπορεί να στηρίζει τη λύση των δύο κρατών, να ζητά προστασία των Παλαιστινίων και να ασκεί αυστηρή κριτική στην ισραηλινή κυβέρνηση, ενώ ταυτόχρονα προστατεύει απόλυτα τους Εβραίους και τους Ισραηλινούς που ζουν ή ταξιδεύουν εδώ.
Η 9η και η 10η Αυγούστου δεν αρκούν για να τεκμηριώσουν ότι η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε χώρα συστηματικής αντισημιτικής βίας. Θα ήταν υπερβολή να αποδοθεί συλλογική ευθύνη σε όλους όσοι συμμετείχαν στις φιλοπαλαιστινιακές συγκεντρώσεις, ενώ αρκετά από τα συγκεκριμένα περιστατικά παραμένουν αντικείμενο διαφορετικών εκδοχών και καταγγελιών. Υπάρχει, όμως, επαρκής λόγος για να αντιμετωπιστεί σοβαρά η εμφάνιση μιας πολιτικής κουλτούρας μέσα στην οποία ο Ισραηλινός πολίτης μπορεί να θεωρείται συλλογικά ένοχος και ο Εβραίος να καλείται έμμεσα να αποδείξει ότι δεν έχει σχέση με την ισραηλινή πολιτική.
Αν αυτή η συμπεριφορά γίνει ανεκτή, η πολιτική διαμαρτυρία κινδυνεύει να μετατραπεί σε στοχοποίηση ταυτότητας. Η στιγμή κατά την οποία ένας άνθρωπος σκέφτεται ότι πρέπει να κρύψει την εθνική ή θρησκευτική του ταυτότητα για να αισθάνεται ασφαλής σε μια ευρωπαϊκή χώρα αποτελεί ήδη σοβαρή προειδοποίηση.
Η Ελλάδα μπορεί και οφείλει να στείλει διαφορετικό μήνυμα. Μπορεί να υπερασπίζεται τα δικαιώματα των Παλαιστινίων και να ασκεί αυστηρή κριτική στην ισραηλινή κυβέρνηση, ενώ παράλληλα προστατεύει τον Εβραίο και τον Ισραηλινό πολίτη που βρίσκεται στη χώρα. Η δημοκρατική συνέπεια απαιτεί αυτή την ταυτόχρονη υπεράσπιση διαφορετικών δικαιωμάτων.
Όταν ένας άνθρωπος κρίνεται, βρίζεται ή απειλείται επειδή είναι Εβραίος ή Ισραηλινός, η συζήτηση έχει ήδη φύγει από τη Γάζα και την ισραηλινή πολιτική. Έχει φτάσει στην ίδια την ταυτότητα του ανθρώπου. Και εκεί ο αντισημιτισμός δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από καμία πολιτική δικαιολογία.https://www.theopinion.gr/authors/via-kata-israilinon-toyriston-otan-o-antisionismos-ginetai-allothi-gia-ton-antisimitismo/
