23 Αυγ 2026

Η ερωτική σχέση του ΚΚΕ με τη Μόσχα έχει είναι κοινό: τη βία


 Στις 21 Αυγούστου 1940, στο Μεξικό, πέθανε ο Λέων Τρότσκι, μία από τις πιο εμβληματικές και αμφιλεγόμενες μορφές της Ρωσικής Επανάστασης.

Ο θάνατός του δεν ήταν αποτέλεσμα μάχης, ούτε

μιας αυθόρμητης πολιτικής πράξης. Ήταν το τέλος μιας πολυετούς καταδίωξης ενός πολιτικού αντιπάλου από ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, που δεν ανεχόταν την ύπαρξη οργανωμένης αμφισβήτησης.


​Ο Τρότσκι, πραγματικό όνομα Λεβ Νταβίντοβιτς Μπρονστάιν, υπήρξε κορυφαίο στέλεχος της μπολσεβικικής επανάστασης του 1917 και ένας από τους βασικούς οργανωτές του Κόκκινου Στρατού. Μετά τον θάνατο του Λένιν, όμως, βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Ιωσήφ Στάλιν στη σκληρή μάχη για την εξουσία. Η σύγκρουση δεν ήταν απλώς προσωπική. Ο Τρότσκι επέκρινε την ολοένα μεγαλύτερη συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια του Στάλιν, τη γραφειοκρατικοποίηση του σοβιετικού κράτους και την εγκατάλειψη της δικής του αντίληψης για τη διαρκή διεθνή επανάσταση.


​Ηττήθηκε πολιτικά, εκδιώχθηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα το 1927 και το 1929 εξορίστηκε οριστικά από τη Σοβιετική Ένωση.


​Αλλά η εξορία δεν ήταν αρκετή. Ο Τρότσκι πέρασε από την Τουρκία, τη Γαλλία και τη Νορβηγία και τελικά βρήκε καταφύγιο στο Μεξικό. Εκεί εγκαταστάθηκε στο Κογιοακάν, στα περίχωρα της Πόλης του Μεξικού, μαζί με τη σύζυγό του Ναταλία Σέντοβα.


​Παρά τα αυστηρά μέτρα ασφαλείας, ο κίνδυνος παρέμενε διαρκής. Μάλιστα, λίγους μήνες πριν από τη δολοφονία του, είχε επιβιώσει από ένοπλη επίθεση στο σπίτι του από ομάδα σταλινικών. Τελικά, ο άνθρωπος που θα ολοκλήρωνε την αποστολή εμφανίστηκε ως φίλος.


​Ο Ραμόν Μερκαντέρ, Ισπανός κομμουνιστής, κατάφερε να εισχωρήσει στον κύκλο του Τρότσκι χρησιμοποιώντας ψεύτικη ταυτότητα. Στις 20 Αυγούστου 1940 μπήκε στο γραφείο του με το πρόσχημα ότι ήθελε να του δείξει ένα κείμενο. Ο Τρότσκι έσκυψε πάνω από το έγγραφο. Τότε ο Μερκαντέρ έβγαλε από κάτω από τα ρούχα του μια κοντή ορειβατική αξίνα πάγου και τον χτύπησε με δύναμη στο κεφάλι. Η επίθεση δεν τον σκότωσε ακαριαία. Ο Τρότσκι, βαριά τραυματισμένος, πάλεψε με τον δολοφόνο και οι σωματοφύλακές του ακινητοποίησαν τον Μερκαντέρ.


​Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Παρά τις προσπάθειες των γιατρών, πέθανε περίπου 25 ώρες αργότερα, στις 21 Αυγούστου 1940, σε ηλικία 60 ετών, από τις βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις.


​Ο Μερκαντέρ καταδικάστηκε από τις μεξικανικές αρχές σε 20 χρόνια φυλάκισης. Για χρόνια έκρυβε την πραγματική του ταυτότητα και αρνούνταν ότι ήταν πράκτορας της Σοβιετικής Ένωσης. Η υπόθεση, όμως, συνδέθηκε με τη σοβιετική μυστική υπηρεσία και την επιχείρηση εξόντωσης του Τρότσκι.


​Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της ιστορίας είναι ίσως ότι ο Στάλιν δεν αρκέστηκε να νικήσει τον Τρότσκι πολιτικά. Τον εξόρισε, τον διέγραψε από την επίσημη σοβιετική ιστορία, τον παρουσίασε ως προδότη και τελικά τον καταδίωξε μέχρι την άλλη άκρη του κόσμου.


​Η δολοφονία του Τρότσκι αποτελεί έτσι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο λειτουργούσε η σταλινική εξουσία: η πολιτική διαφωνία δεν αντιμετωπιζόταν απλώς με αντιπαράθεση επιχειρημάτων. Σε ένα καθεστώς όπου η απόλυτη εξουσία και η προσωπική πίστη στον ηγέτη έγιναν θεμέλιο του συστήματος, ο πολιτικός αντίπαλος μπορούσε να μετατραπεί σε «εχθρό» και ο εχθρός να γίνει στόχος εξόντωσης.


​Και υπάρχει μια ιστορική ειρωνεία. Ο Τρότσκι είχε αφιερώσει τη ζωή του στη δημιουργία μιας επαναστατικής εξουσίας που πίστευε ότι θα άλλαζε τον κόσμο. Τελικά, δολοφονήθηκε από τον μηχανισμό μιας εξουσίας που είχε βοηθήσει ο ίδιος να δημιουργηθεί. Η αξίνα που καρφώθηκε στο κεφάλι του στις 20 Αυγούστου 1940 δεν ήταν απλώς το όπλο ενός δολοφόνου. Έγινε σύμβολο μιας εποχής όπου η ιδεολογική σύγκρουση είχε μετατραπεί σε ανελέητο αγώνα εξουσίας.


​Αυτή η ίδια λογική της φυσικής εξόντωσης δεν παρέμεινε στο σταλινικό παρελθόν. Διαπέρασε τις δεκαετίες και επιβιώνει αυτούσια στη σημερινή Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν. Ο μηχανισμός εξουσίας του Κρεμλίνου συνεχίζει να λειτουργεί με το ίδιο δόγμα: η πολιτική αμφισβήτηση, η αποκάλυψη της διαφθοράς, η δημοσιογραφική έρευνα ή ακόμα και η απλή έλλειψη αφοσίωσης δεν συνιστούν θεμιτή διαφωνία, αλλά «προδοσία» που τιμωρείται με θάνατο.


​Όπως ο Στάλιν δεν αρκέστηκε στην πολιτική επικράτηση, έτσι και το σύγχρονο καθεστώς της Μόσχας καταδιώκει και εξοντώνει όσους θεωρεί απειλή ή απλώς ανεπιθύμητους, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό:


​Αλεξέι Ναβάλνι: Ο κυριότερος πολιτικός αντίπαλος του Πούτιν. Επιβίωσε από δηλητηρίαση με Νοβιτσόκ, επέστρεψε στη Ρωσία, φυλακίστηκε και τελικά εξοντώθηκε υπό εξαιρετικά σκληρές συνθήκες σε σωφρονιστικό ίδρυμα στον Αρκτικό Κύκλο τον Φεβρουάριο του 2024. 


​Μπόρις Νεμτσόφ: Ηγέτης της αντιπολίτευσης και πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, ο οποίος δολοφονήθηκε με πυροβολισμούς στην πλάτη πάνω σε γέφυρα, λίγα μέτρα μακριά από το Κρεμλίνο, το 2015. 


​Σεργκέι Γιουσένκοφ: Ηγέτης του κόμματος «Φιλελεύθερη Ρωσία», ο οποίος πυροβολήθηκε έξω από το σπίτι του στη Μόσχα το 2003. 


​Άννα Πολιτκόβσκαγια: Δημοσιογράφος που αποκάλυπτε τις βιαιότητες στον πόλεμο της Τσετσενίας. Δολοφονήθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας της το 2006. 


​Νατάλια Εστεμίροβα: Ακτιβίστρια δικαιωμάτων που κατέγραφε παραβιάσεις στον Βόρειο Καύκασο, η οποία απαήχθη και βρέθηκε δολοφονημένη το 2009. 


​Σεργκέι Μαγκνίτσκι: Νομικός που αποκάλυψε τεράστια οικονομική απάτη κρατικών αξιωματούχων. Πέθανε στη φυλακή το 2009 μετά από κακοποίηση και άρνηση ιατρικής φροντίδας. 


​Αλεξάντερ Λιτβινένκο: Πρώην πράκτορας της FSB που κατέφυγε στο Λονδίνο και αποκάλυψε τη δράση των μυστικών υπηρεσιών. Δηλητηριάστηκε με ραδιενεργό Πολώνιο-210 το 2006. 


​Σεργκέι Σκριπάλ: Πρώην αξιωματικός των στρατιωτικών πληροφοριών που συνεργάστηκε με τους Βρετανούς. Επιβίωσε οριακά από απόπειρα δηλητηρίασης με Νοβιτσόκ στο Σάλσμπερι το 2018. 


​Γιεβγκένι Πριγκόζιν: Αρχηγός της Wagner, πρώην στενός σύμμαχος που τόλμησε να αμφισβητήσει τη στρατιωτική ηγεσία. Σκοτώθηκε όταν το αεροπλάνο του συνετρίβη υπό ύποπτες συνθήκες το 2023, λίγες εβδομάδες μετά την ανταρσία του. 


​Είτε πρόκειται για την αξίνα του Ραμόν Μερκαντέρ στο Μεξικό το 1940, είτε για το Πολώνιο, το Νοβιτσόκ, τις σφαίρες στη Μόσχα και τις «ύποπτες» πτώσεις αεροπλάνων στον 21ο αιώνα, το μήνυμα παραμένει το ίδιο.


​Η ιστορία του Τρότσκι και η σύγχρονη πραγματικότητα της Ρωσίας υπενθυμίζουν κάτι διαχρονικό: Όταν ένα πολιτικό σύστημα παύει να ανέχεται τον αντίπαλο και αρχίζει να θεωρεί την ίδια την ύπαρξή του έγκλημα, το επόμενο βήμα δεν είναι πλέον η πολιτική αντιπαράθεση. Είναι η εξόντωση.