20 Σεπ 2026

Καλύτερα άθεος, παρά Χρυσαυγίτης


 Ο Κασιδιάρης είναι σήμερα μια εξαιρετικά άβολη μονάδα μέτρησης για τη Νέα Δημοκρατία, επειδή επαναφέρει κάτι που η μητσοτακική αφήγηση θα προτιμούσε μάλλον λησμονημένο: τον τρόπο με τον οποίο ένας προηγούμενος πρωθυπουργός της ίδιας παράταξης αντιλαμβανόταν την πολιτική ευθύνη όταν αυτή είχε κόστος. 


Το 2013 ο Αντώνης Σαμαράς δεν διέθετε καταδικαστικές αποφάσεις, πολυετή δικαστική τεκμηρίωση, νομοθετικά προηγούμενα ή τη βολική ασφάλεια της υστερογνωσίας. Είχε απέναντί του μια Χρυσή Αυγή κοινοβουλευτικά ισχυρή, κοινωνικά διεισδυτική, εκλογικά επικίνδυνη για τη Νέα Δημοκρατία και έναν κρατικό μηχανισμό που επί χρόνια παρακολουθούσε το φαινόμενο χωρίς να κατορθώνει να το μετατρέψει σε ενιαίο θεσμικό αντικείμενο. 

Ο Δένδιας είχε ήδη διαβιβάσει τριάντα δύο φακέλους στη Δικαιοσύνη και, μετά τη δολοφονία Φύσσα, η κυβέρνηση κινήθηκε με ταχύτητα που ο ίδιος ο Σαμαράς περιέγραψε ως αποτέλεσμα «τόλμης» και «πολιτικής βούλησης». 

Δεν ψήφισε έκτακτη νομοθεσία για να κατασκευάσει εκ των υστέρων αποφασιστικότητα. Ενεργοποίησε το υφιστάμενο θεσμικό οπλοστάσιο και ανέλαβε δημοσίως την πολιτική ευθύνη της ενεργοποίησής του. 


Εκεί βρίσκεται κάτι πολύ περισσότερο από μια λεπτομέρεια της περιόδου. 

Ο Σαμαράς είχε καταλάβει ότι το κράτος δικαίου δεν είναι πολιτική αδράνεια με καλούς τρόπους, ούτε η διάκριση των εξουσιών απαιτεί από την κυβέρνηση να συμπεριφέρεται σαν ουδέτερος σχολιαστής της πραγματικότητας. 

Η κυβέρνηση κυβερνά, η Δικαιοσύνη δικάζει, και ακριβώς η σαφήνεια αυτής της διάκρισης επιτρέπει στην πολιτική εξουσία να αναλαμβάνει όσα της αναλογούν χωρίς να παραβιάζει όσα δεν της ανήκουν. 

Όταν ρωτήθηκε εάν μπορούσε να τηλεφωνήσει στους δικαστές ζητώντας προφυλακίσεις, απάντησε αρνητικά. 

Όταν όμως ρωτήθηκε για τη δική του ευθύνη, δεν κρύφτηκε πίσω από την ανεξαρτησία τους. Μίλησε για απόφαση, ρίσκο, αποτελεσματικότητα. 

Ακόμη σημαντικότερο, απέρριψε δημόσια την ιδέα ηπιότερης μεταχείρισης της Χρυσής Αυγής για να επιστρέψουν στη Νέα Δημοκρατία οι ψηφοφόροι της.



Έναν χρόνο αργότερα θα το διατύπωνε ακόμη ωμότερα: «επί των ημερών μας μπήκε η Χρυσή Αυγή στη φυλακή». 

Και αμέσως μετά παρέπεμπε στον «μόνο αρμόδιο», τη Δικαιοσύνη. Αυτές οι δύο φράσεις, τοποθετημένες η μία δίπλα στην άλλη, περιέχουν περισσότερη πολιτειακή σαφήνεια από αρκετά σημερινά σεμινάρια περί θεσμικότητας. 

Ο πρωθυπουργός δεν παρίστανε τον εισαγγελέα, αλλά ούτε προσποιούνταν ότι το κράτος κυβερνάται μόνο του. Υπερασπιζόταν εκείνη την παλαιότερη, σχεδόν ξεχασμένη πλέον έννοια της πολιτικής, όπου η εξουσία δεν αποτελεί μόνον αρμοδιότητα αλλά απόφαση, έκθεση, ανάληψη ευθύνης, ενίοτε απώλεια. 

Και το έκανε γνωρίζοντας ότι απέναντί του βρίσκονταν εκατοντάδες χιλιάδες ψηφοφόροι, όχι μια περιθωριακή λέσχη χωρίς εκλογικό βάρος.


Δεκατρία χρόνια αργότερα ο Κασιδιάρης εξέρχεται από τον Δομοκό, έχοντας ολοκληρώσει την ποινή του για συμμετοχή στην εγκληματική οργάνωση Χρυσή Αυγή, και δηλώνει αμέσως επιστροφή στην «πρώτη γραμμή». 

Δεν επιστρέφει όμως στην Ελλάδα του 2013. 

Επιστρέφει σε μια χώρα που γνωρίζει πλέον τον Φύσσα, τη δίκη, τις καταδίκες, τη δικαστικά αποτυπωμένη λειτουργία της οργάνωσης και ολόκληρη την πολιτική διαδρομή που μεσολάβησε. 

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραλαμβάνει επομένως το πρόβλημα με ένα προνόμιο που ο Σαμαράς δεν είχε: γνωρίζει το τέλος της προηγούμενης πράξης. Η Ιστορία τού έχει παραδώσει τον φάκελο συμπληρωμένο. 

Δεν χρειάζεται να αναγνωρίσει μέσα στην ομίχλη τη φυσιογνωμία ενός φαινομένου. Χρειάζεται να αποφασίσει τι σημαίνει αυτή η γνώση για την πολιτική του.


Η εξουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη οικοδομήθηκε επάνω στην αποϊδεολογικοποίηση της σύγκρουσης, στην τεχνοκρατική μετάφραση του πολιτικού, στην απορρόφηση αντιθέσεων από μια διαρκώς επεκτεινόμενη κυβερνητική κανονικότητα. 

Η πολιτική γίνεται ρύθμιση, η σύγκρουση διαδικασία, η απόφαση εφαρμογή πρωτοκόλλου, η ευθύνη καταμερισμός αρμοδιοτήτων. Πρόκειται για εξαιρετικά αποτελεσματική τεχνολογία εξουσίας, επειδή επιτρέπει στην κυβέρνηση να εμφανίζεται πανταχού παρούσα όταν διανέμεται η επιτυχία και σχεδόν απρόσωπη όταν πρέπει να προσδιοριστεί η ευθύνη. 

Ο Κασιδιάρης όμως αρνείται πεισματικά να μετατραπεί σε τεχνικό πρόβλημα. 

Είναι πολιτικό υπόλειμμα, και τα υπολείμματα έχουν την ενοχλητική ιδιότητα να επιστρέφουν όταν μια κοινωνία θεωρήσει ότι η διαχείριση υποκατέστησε οριστικά την πολιτική.


Φυσικά, ο νόμος θα εφαρμοστεί και ο Άρειος Πάγος θα ασκήσει όποια αρμοδιότητα του αναθέτει η έννομη τάξη. Αυτό δεν αποτελεί πολιτική θέση του Μαξίμου. Είναι η αυτονόητη λειτουργία μιας συντεταγμένης πολιτείας. 

Το ερώτημα για τον Μητσοτάκη αρχίζει ακριβώς εκεί όπου τελειώνει αυτή η αυτονόητη πρόταση. 

Ποια απόσταση χαράσσει πολιτικά η δική του Νέα Δημοκρατία από την επανεμφάνιση Κασιδιάρη και πόσο ανεπηρέαστη παραμένει αυτή η απόσταση από την εκλογική γεωγραφία που αναπτύσσεται στα δεξιά της; 


Χρειάζεται μόνο να θυμηθούμε ότι τα κόμματα μετρούν ψήφους και ότι η εξουσία, όταν αισθάνεται απώλειες, αποκτά εξαιρετικά ευαίσθητη ακοή προς κάθε διαθέσιμο ακροατήριο.


Ο Σαμαράς αντιμετώπισε τη Χρυσή Αυγή όταν αυτή αποτελούσε πραγματικό εκλογικό μέγεθος και αρνήθηκε δημοσίως ακόμη και την υπόνοια ηπιότερης μεταχείρισης για τον επαναπατρισμό ψηφοφόρων. 

Δεν περίμενε να γίνει η σύγκρουση δημοσκοπικά ανέξοδη. 

Δεν μετέτρεψε το πολιτικό κόστος σε λόγο αναβολής της πολιτικής. 

Το ενσωμάτωσε στην απόφαση. Ο πολιτικός που συχνά περιγράφεται από τη μητσοτακική κουλτούρα ως κατάλοιπο μιας περισσότερο συγκρουσιακής εποχής αποδεικνύεται, σε αυτή την υπόθεση, πολύ πιο καθαρός ως προς μια θεμελιώδη αρχή της φιλελεύθερης πολιτείας: η ανοχή δεν συνεπάγεται ιδεολογική αμνησία και ο πλουραλισμός δεν υποχρεώνει κανέναν να ξεχάσει τι έχει ήδη συμβεί.


Η σύγκριση Σαμαρά και Μητσοτάκη δεν αφορά τελικά δύο ιδιοσυγκρασίες. 

Αφορά δύο πολιτικές ανθρωπολογίες της εξουσίας. Στη μία, ο κυβερνήτης αναλαμβάνει την απόφαση γνωρίζοντας ότι η απόφαση παράγει εχθρούς, απώλειες, κόστος και προσωπική έκθεση. Στην άλλη, η άριστη διακυβέρνηση επιδιώκει να αποσυνδέσει την εξουσία από το τραύμα της απόφασης, να μεταφέρει κάθε σύγκρουση σε έναν μηχανισμό, κάθε κίνδυνο σε μια διαδικασία, κάθε ιδεολογική ασυμβατότητα σε μια νομική τεχνικότητα. 

Ο πρώτος τρόπος μπορεί να είναι σκληρός, κάποτε άκομψος, αλλά γνωρίζει ακόμη ποιος αποφασίζει. 

Ο δεύτερος είναι πολιτισμένος, αποτελεσματικός, εξαιρετικά επικοινωνήσιμος και διαθέτει ένα ανεκτίμητο πλεονέκτημα: όταν φτάσει η δύσκολη στιγμή, δυσκολεύεσαι να βρεις ποιος ακριβώς είπε το μεγάλο «ναι» ή το μεγάλο «όχι».


Μου έρχεται τώρα στον νου εκείνος ο παράξενα αδέσμευτος επίσκοπος της Σιάτιστας. 

Ο Παύλος. 


Όχι επειδή χρειάζεται το πολιτικό επιχείρημα εκκλησιαστική επικύρωση, αλλά επειδή ορισμένες μνήμες επιστρέφουν όταν η δημόσια γλώσσα αρχίζει να περισσεύει. Εκείνος δεν είχε να λύσει πρόβλημα εκλογικής στρατηγικής ούτε να ισορροπήσει πτέρυγες, ποσοστά και μετακινήσεις ακροατηρίων. Είχε μπροστά του ανθρώπους που επικαλούνταν την Ορθοδοξία και έκρινε ότι έπρεπε να τους στερήσει αυτή την επίκληση. 

Μίλησε για «μαύρη νύχτα», είπε ότι η Χρυσή Αυγή διώκει τον Χριστό στα πρόσωπα των προσφύγων και των μεταναστών, έφθασε στο «καλύτερα να είσαι άθεος παρά Χρυσαυγίτης». 


Και πλήρωσε αυτή την καθαρότητα με απειλές.


Δεν ξέρω αν η πολιτική χρειάζεται πάντοτε τέτοιες απόλυτες φράσεις. 

Ξέρω όμως ότι ο Παύλος δεν χρειάστηκε καμία δημοσκόπηση για να αποφασίσει μέχρι πού μπορούσε να υποχωρήσει.


Ούτε ο Σαμαράς.

 
Copyright © 2015 Taxalia Blog - Θεσσαλονίκη