27 Οκτ 2026
Ελεγκτικό Συνέδριο: Αποκαλυπτικά στοιχεία για απευθείας αναθέσεις και κρατικές οφειλές – Στο 34,17% η υλοποίηση έργων του Ταμείου Ανάκαμψης
Σοβαρές αδυναμίες στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος καταγράφει η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τον απολογισμό και τον ισολογισμό του 2024, φέρνοντας στο προσκήνιο τις εκτεταμένες απευθείας αναθέσεις, τις ελλείψεις στους ελέγχους και την αύξηση των απλήρωτων υποχρεώσεων του κράτους. Από τις 15.777 δημόσιες συμβάσεις που εξετάστηκαν ως προς τη διαδικασία ανάθεσης, οι 12.856 πραγματοποιήθηκαν απευθείας, ενώ σημαντικές αποκλίσεις διαπιστώνονται και στην πορεία του Ταμείου Ανάκαμψης. Τα ευρήματα αναδεικνύουν την ανάγκη ενίσχυσης της διαφάνειας, του ανταγωνισμού και της αποτελεσματικότητας των δημόσιων επενδύσεων.
Σημαντικά προβλήματα στη λειτουργία των μηχανισμών δημοσιονομικού ελέγχου και στη διαχείριση των κρατικών δαπανών αναδεικνύει το Ελεγκτικό Συνέδριο, μέσα από την έκθεσή του για τα οικονομικά πεπραγμένα του 2024, η οποία παρουσιάστηκε στη Βουλή τον Οκτώβριο του 2026. Παρά τη βελτίωση επιμέρους δημοσιονομικών δεικτών, οι διαπιστώσεις του ανώτατου δημοσιονομικού δικαστηρίου φέρνουν στο επίκεντρο την περιορισμένη ανάπτυξη ανταγωνισμού στις δημόσιες συμβάσεις, τις αδυναμίες παρακολούθησης των κρατικών υποχρεώσεων και τις ελλείψεις στην καταγραφή οικονομικών στοιχείων. Χαρακτηριστικό είναι ότι, από τις 15.777 συμβάσεις συνολικής αξίας 4,6 δισ. ευρώ για τις οποίες συγκεντρώθηκαν αναλυτικά στοιχεία σχετικά με τη διαδικασία ανάθεσης, οι 12.856 πραγματοποιήθηκαν με απευθείας ανάθεση, αντιπροσωπεύοντας το 81,49% του αριθμού τους. Η συνολική αξία αυτών των αναθέσεων ανήλθε σε περίπου 307 εκατ. ευρώ, δηλαδή στο 6,67% της αξίας των συγκεκριμένων συμβάσεων. Αντίθετα, μέσω ανοιχτών διαδικασιών ανατέθηκαν 2.143 συμβάσεις, συνολικής αξίας 3,14 δισ. ευρώ. Τα στοιχεία αποτυπώνουν την ιδιαίτερα συχνή χρήση απευθείας αναθέσεων στο εξεταζόμενο δείγμα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλες οι συγκεκριμένες διαδικασίες ήταν παράνομες.
Απευθείας αναθέσεις, περιορισμένος ανταγωνισμός και αύξηση των απλήρωτων οφειλών
Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι επισημάνσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου για την έλλειψη επαρκούς ανταγωνισμού στις δημόσιες συμβάσεις, καθώς στο 43% των συμβάσεων που ανατέθηκαν κατόπιν διαγωνισμού καταγράφηκε μόλις μία προσφορά. Το αντίστοιχο ποσοστό στις συμβάσεις που πραγματοποιήθηκαν με εξαιρετικές διαδικασίες, όπως οι απευθείας αναθέσεις και οι διαπραγματεύσεις χωρίς προηγούμενη δημοσίευση, ανήλθε στο 61%. Επιπλέον, καταγράφηκαν 649 συμβάσεις συνολικής αξίας 546,9 εκατ. ευρώ μέσω διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης, με μόλις 36 εξ αυτών να συγκεντρώνουν 512,85 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, η έκθεση διαπιστώνει αποκλίσεις στην καταχώριση και την παρακολούθηση οικονομικών υποχρεώσεων. Οι συνολικές απλήρωτες υποχρεώσεις της Κεντρικής Διοίκησης ανήλθαν στα 612,10 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2024, έναντι 551,83 εκατ. ευρώ το 2023, καταγράφοντας αύξηση 10,92%. Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις διαμορφώθηκαν στα 166,38 εκατ. ευρώ, ενώ το δικαστήριο επισημαίνει ότι ορισμένα ποσά δεν είχαν καταγραφεί με την απαιτούμενη πληρότητα. Η διαπίστωση αυτή θέτει ζήτημα αξιοπιστίας της δημοσιονομικής πληροφόρησης και αποτελεσματικότητας των εσωτερικών ελέγχων.
Ταμείο Ανάκαμψης: Υψηλή απορρόφηση πιστώσεων αλλά χαμηλή οικονομική υλοποίηση των έργων
Εξίσου σημαντικές είναι οι διαπιστώσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου για την πορεία των έργων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, καθώς η εικόνα των ετήσιων πιστώσεων διαφέρει αισθητά από την οικονομική πρόοδο των επενδύσεων. Παρότι η απορρόφηση των διαθέσιμων πιστώσεων για το 2024 έφτασε περίπου στο 94%, η σωρευτική οικονομική υλοποίηση των 792 έργων με συγκεκριμένο προϋπολογισμό, τα οποία είχαν ενταχθεί έως το τέλος εκείνης της χρονιάς, περιοριζόταν στο 34,17%. Ο συνολικός προϋπολογισμός τους ανερχόταν σε 25,28 δισ. ευρώ, ενώ οι πληρωμές που είχαν πραγματοποιηθεί από την έναρξη του προγράμματος έφταναν μόλις τα 8,64 δισ. ευρώ. Αυτό σήμαινε ότι απέμεναν δαπάνες περίπου 16,6 δισ. ευρώ για τη διετία 2025-2026, με 6,7 δισ. ευρώ να έχουν προγραμματιστεί για το 2025. Η έκθεση συνδέει τις καθυστερήσεις με χρονοβόρες διαδικασίες, προβλήματα αδειοδοτήσεων, ελλιπή προετοιμασία και αδυναμίες συντονισμού. Τα στοιχεία αφορούν την κατάσταση έως το τέλος του 2024 και δεν αποτυπώνουν αυτομάτως τη σημερινή πρόοδο των έργων. Το βασικό συμπέρασμα του ελέγχου είναι ότι η διάθεση των ευρωπαϊκών πόρων πρέπει να συνοδεύεται από ταχύτερη εκτέλεση, ουσιαστική παρακολούθηση και μετρήσιμα αποτελέσματα, προκειμένου οι δημόσιες επενδύσεις να αποδώσουν τα προβλεπόμενα οφέλη στην οικονομία και την κοινωνία.
