17 Νοε 2011

Εκατόν μία υπογραφές» απέναντι στις «Εκατόν μία ημέρες»

Γράφει ο Γρηγόρης Ζαρωτιάδης
Επ.Καθηγητής ΑΠΘ

Τα ευρηματικά αριθμοπαίγνια δεν υποκαθιστούν την ουσία. Διευκολύνουν όμως τους συμβολισμούς και την επικοινωνία των βασικών πολιτικών μηνυμάτων. Μόλις εχθές 101 μέλη του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος εκφραστήκανε ενυπόγραφα, με το θάρρος της ειλικρινούς γνώμης, που πρέπει να χαρακτηρίζει όλους όσους διατίθενται να ..
συμβάλλουν στα κοινά. 101 υπογραφές σε ένα κείμενο που δηλώνει, ίσως και με οριακές φράσεις, την απέχθεια τους απέναντι στην θεσμική αποκαθήλωση του ίδιου του ευρωπαϊκού κεκτημένου, το άγχος τους για την επιβίωση και την προοπτική της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, αλλά και τον προβληματισμό τους για την εξέλιξη του πολιτικού χώρου μέσα από τον οποίο εκφράζονται.

 Στις 11 Νοέμβρη, 101 ημέρες πριν τις υπαινισσόμενες εκλογές, ορίσθηκε η νέα κυβέρνηση του Λουκά Παπαδήμου. Οι δημοσκοπήσεις που σε χρόνο ρεκόρ είδαν το φώς της δημοσιότητας επιβεβαίωσαν το αυτονόητο: την απαξίωση των διαχειριστών της πολιτικής στη χώρα και την ανάγκη της κοινωνίας να βρει διεξόδους και συμβολισμούς διάσωσης. Άλλωστε, πολλοί από εμάς, συμπεριλαμβάνω τον εαυτό μου, παρακάμπτοντας τους «ακραίους» ως προς το πνεύμα του Συντάγματος ελιγμούς, την αινιγματική, τουλάχιστον, υπόσταση εμπλεκομένων προσώπων, ξεπερνώντας ακόμη και αυτήν την απαράδεκτα παρεμβατική και παραβατική – ως προς την ουσία της ίδιας της αστικής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης – τακτική της νομενκλατούρας των Βρυξελλών, αναλογισθήκαμε την ανάγκη διασφάλισης της οικονομικής επιβίωσης της ελληνικής κοινωνίας. 

Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές, προβλήθηκε η απαίτηση μιας, έστω προς στιγμή, εξισορρόπησης της πολιτικής και οικονομικής εκτράχυνσης που εξελίσσονταν, προκειμένου, παραμένοντας «ζωντανοί», να πάμε σε δημοκρατικές διαδικασίες που θα αναδείξουν εναλλακτικές προτάσεις οικονομικής πολιτικής και διαχείρισης της κρίσης. 

 Αλλά η ομιλία του Πρωθυπουργού επί των προγραμματικών δηλώσεων της νεοσχηματισθείσας Κυβέρνησης ήρθε να αποκαλύψει αυτό που κάποιοι υποστήριζαν, πολλοί φαντάζονταν και σχεδόν όλοι φοβόντουσαν: αφού αναγνώρισε «τη μεγάλη πρόοδο που έχει σημειωθεί στην αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας και τη σημαντική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας από τις αρχές του 2010», απόρροια της «μείωσης του κόστους εργασίας» (sic), ο κος Παπαδήμος διαπίστωσε με λύπη πως «δεν έχουν δημιουργηθεί πρωτογενή πλεονάσματα» και πως η χώρα ταλανίζεται από την ύφεση, για να καταλήξει στη δέσμευση πως θα εφαρμόσει το σύνολο των μέτρων «που απορρέουν από το πρόγραμμα προσαρμογής». 

 Η ουσία των προγραμματικών δηλώσεων εστιάζεται λοιπόν στην αποκατάσταση και στη συνέχιση της καταστροφικής, νεοφιλελεύθερης πολιτικής που ασκήθηκε. Αυτής της πολιτικής που οδήγησε στην «υπό αίρεση ψήφο εμπιστοσύνης» για την προηγούμενη κυβέρνηση. Αυτής της πολιτικής που καταδίκασε την ελληνική οικονομία σε μια βαθύτατη ύφεση και που καταδικάσθηκε στη συνείδηση του ελληνικού λαού. Ειλικρινά, θεωρώ πως πολλοί εξ’ ημών θα συμφωνούσαν με την επίκληση του Πρωθυπουργού: «η παρούσα Κυβέρνηση … ευελπιστώ ότι δεν θα είναι μία παρένθεση, αλλά ότι θα αποτελέσει τη γέφυρα». 

Ναι, μια γέφυρα που θα μας βοηθήσει να επιβιώσουμε από τα οικονομικά και πολιτικά αδιέξοδα που προκάλεσε η εγχώρια και ευρωπαϊκή επιμονή στην αλλοφροσύνη του νεοφιλελευθερισμού, αλλά και που θα πρέπει να μας οδηγήσει και κάπου: στη συγκροτημένη δημοκρατική έκφραση του ελληνικού λαού και στην κοινωνική, γόνιμη αντιπαράθεση εναλλακτικών προτάσεων. Δυστυχώς όμως η «γέφυρα» του κου Παπαδήμου έχει άλλο προορισμό. 

 Όταν αναφέρεται λοιπόν στη δεύτερη προτεραιότητα της Κυβέρνησής του, που είναι «η ολοκλήρωση των συζητήσεων με την Τρόικα για το νέο πρόγραμμα», αντιλαμβανόμαστε μάλλον όλοι τι εννοεί, επικριτές και υποστηρικτές της συγκεκριμένης πολιτικής. Όταν επιμένει στην εντατικοποίηση των διαρθρωτικών αλλαγών στην αγορά εργασίας και στο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, δεν αφήνει καμία αμφιβολία. Όταν θέτει ξεκάθαρα θέμα αξιοποίησης του ενεργειακού δυναμικού της χώρας – διεθνείς διαγωνισμοί για τη διεξαγωγή ερευνών για πετρέλαιο και φυσικό αέριο στο Ιόνιο και τη Νότια Κρήτη και σχέδιο αξιοποίησης της ηλιακής ενέργειας – σύμφωνα, προσέξτε, «με την απόφαση της Συνόδου Κορυφής της 26ης Οκτωβρίου» αποκαλύπτει ουσιαστικά την πραγματική στόχευση της διεθνικής τακτικής της «εσωτερικής υποτίμησης». 

 Όταν εντέλει προσδιορίζει το «ιδιαίτερα κρίσιμο σταυροδρόμι» στο οποίο βρίσκεται η χώρα, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να μεταφέρει στην Ελληνική Βουλή τον εκβιασμό της διεθνούς του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου: «μέσα ή έξω από την Ευρωζώνη». Όμως αλήθεια, «ποιανού χωράφι» είναι το €? Πως τεκμαίρεται ότι η παραμονή στην €-ζώνη εξαρτάται από τη «νομιμοφροσύνη» των μελών? Πως νομιμοποιείται η κοινοτική γραφειοκρατία, ή ακόμη χειρότερα, πως νομιμοποιούνται κυβερνήσεις άλλων μελών, οι οποίες μάλιστα φαίνεται πως χάνουν την υποστήριξη των κοινωνιών τους και την αξιοπιστία τους στη διεθνή κοινότητα, να επιβάλλουν τις «ορθές» επιλογές; Αδιαμφισβήτητα, οι εσωτερικές διαρθρωτικές αδυναμίες της Ελλάδας και άλλων συνιστούν βαρύτατη αδυναμία. Αλλά μόνο εκεί εστιάζεται το πρόβλημα; 

Δεν είναι τουλάχιστον εξίσου υπεύθυνη η πολιτική του «σκληρού €» που στήριξε την ευημερία της βόρειας και κεντροευρωπαϊκής μεγαλοαστικής τάξης και διεύρυνε τις διαπεριφερειακές ανισότητες στην Ευρώπη μετά το 1980; Δεν ευθύνεται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για την εκτροφή της λεγόμενης «δευτερογενούς αγοράς», όπου οι κρατικές ομολογίες γίνονται το αντικείμενο της αδηφάγους κερδοσκοπίας των νομίμως ή και παρανόμως συσσωρευμένων διεθνών κεφαλαιακών συγκεντρώσεων; Η κακοδιαχείριση και η κατασπατάληση των πόρων που εισέρευσαν όλη αυτήν τη μακρόχρονη περίοδο στη χώρα οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην παρεμβατική τακτική του διαφθαρμένου ελληνικού κράτους και του εγχώριου παρασιτικού επιχειρείν, ή μήπως εμπλέκονται και κολοσσιαίες παραγωγικες και εμπορικές δομές της «ανεπτυγμένης Ευρώπης»; 

 Δεν επιδιώκουμε την υπεκφυγή, δεν υποστηρίζουμε πως υπάρχουν μαγικές λύσεις και βεβαίως, δεν μας αφορά το να «πρωτοστατήσουμε» στο ράβε-ξήλωνε της κομματικής ηγεσίας. Φιλοδοξούμε να εκφράσουμε μαζί με άλλους, τον ρεαλισμό της ευρωπαϊκής προοπτικής σε συνδυασμό με τον ριζοσπαστισμό της εναλλακτικής οικονομικής πολιτικής, του συνεχή εκδημοκρατισμού σε όλα τα επίπεδα και της σοσιαλιστικής μετεξέλιξης. 

Να αναλογισθούμε τις υποχρεώσεις μας ως χώρα και κοινωνία, αλλά και να διασφαλίσουμε μια ισότιμη κοινοτική σχέση εταίρων, αντί της σχέσης υποτέλειας που θέλει να επιβάλλει ο υπερφύαλος νεοφιλελευθερισμός. Θέλουμε και μπορούμε να απαντήσουμε ρεαλιστικά στην ανάγκη της δημοσιονομικής εξυγίανσης και της συνολικής αναμόρφωσης του φορολογικού συστήματος, συνδυάζοντάς το όμως με την αναδιανομή του οφέλους και των βαρών. Θέλουμε και μπορούμε να συμβάλλουμε στην αναμόρφωση της παραγωγής της χώρας μας, στη νέα στρατηγική συνεννόηση προς υποστήριξη του εγχώριου ανταγωνιστικού και βιώσιμου επιχειρείν, με την παράλληλη προστασία και αναβάθμιση των δικαιωμάτων της εργασίας. 

Θέλουμε και μπορούμε να αναδείξουμε τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα στην αγροτική παραγωγή, στη μεταποίηση και στις υπηρεσίες, να ενισχύσουμε τον εξαγωγικό προσανατολισμό και να αναπτύξουμε την παραγωγή ποιότητας, αντί ποσότητας. Θέλουμε εν τέλει ένα αποτελεσματικό κράτος και ενίσχυση του δημόσιου χαρακτήρα των κοινωνικών αγαθών – παιδεία, υγεία, μεταφορές, νερό κλπ. – αντιπαλεύοντας ταυτόχρονα τις αναποτελεσματικότητες που συσσωρεύθηκαν στις προηγούμενες δεκαετίες. 

Ακόμη και η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, στο βαθμό που οδηγεί στην ριζική ελάφρυνση των λειτουργικών εξόδων του κρατικού προϋπολογισμού και/ή στην ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγικής βάσης, έχει τεράστια σημασία και είναι ζητούμενο. Όχι όμως το ξεπούλημά της, βορά στους εμπνευστές της εσωτερικής υποτίμησης. Τα παραπάνω δεν μπορούν να προκύψουν παρά στη βάση δύο προϋποθέσεων: αφενός, η ανασυγκρότηση της προοδευτικής, σοσιαλιστικής παράταξης. Αφετέρου, η διεθνική συνεργασία αυτών των δυνάμεων, καθώς οι προκλήσεις είναι κοινές, τουλάχιστον για όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. 

Βεβαίως, οι προγραμματικές δηλώσεις της νέας κυβέρνησης αποκάλυψαν αυτό που αποδείχθηκε αναμενόμενο: όχι μόνο δεν συμβαδίζει με αυτήν την προοπτική, αλλά επιμένει στην αποδεδειγμένα αυτοκαταστροφική πολιτική των προηγούμενων ετών. Οι εκατόν μια ημέρες της θα διέπονται από το χρέος της στους χρηματοπιστωτικούς οίκους που τη νομιμοποιούν. Απέναντί της οι εκατόν μια υπογραφές, το δικό μας χρέος στην ιστορική πολιτική μας ταυτότητα, στην ρεαλιστική, ριζοσπαστική προοπτική της ελληνικής οικονομίας και της ενωμένης Ευρώπης.

*Ο Γρηγόρης Ζαρωτιάδης, είναι επίκουρος καθηγητής στη σχολή Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ. Γεννήθηκε το 1972 στη Θεσσαλονίκη και αποφοίτησε από το 5ο Λύκειο Καλαμαριάς. Στις εκλογές του 2009, ήταν υποψήφιος Βουλευτής Σερρών με το ΠΑΣΟΚ. Περισσότερα άρθρα του στο http://www.zarotiadis.info
 
Copyright © 2015 Taxalia Blog - Θεσσαλονίκη