Κάποτε ο πραγματικά φτωχός άνθρωπος ντρεπόταν να ζητήσει.
Σήμερα, συχνά εκείνος που διαθέτει περισσότερα
αισθάνεται μεγαλύτερη άνεση να απαιτεί.Αυτή η αντιστροφή δεν αποτελεί μια απλή μεταβολή κοινωνικών συνηθειών.
Συνιστά ένα από τα πιο αποκαλυπτικά συμπτώματα της σύγχρονης πολιτισμικής συνθήκης.
Η αληθινή στέρηση συνοδευόταν κάποτε από συστολή, από μια σχεδόν τραγική αίσθηση μέτρου.
Η επίδειξη της στέρησης, αντίθετα, ανήκει σε μια διαφορετική οικονομία του εαυτού: σε μια εποχή όπου η ανάγκη δεν βιώνεται, αλλά σκηνοθετείται.
Συναντά κανείς συχνά ανθρώπους που διατηρούν την εικόνα του διαρκώς αδικημένου, του παραγνωρισμένου, του οικονομικά πιεσμένου.
Ζητούν προσκλήσεις για παραστάσεις, δωρεάν βιβλία, εξαιρέσεις από τους κανόνες, ειδικές μεταχειρίσεις και μικρά προνόμια που αθροιζόμενα συγκροτούν μια ολόκληρη κοσμοθεωρία.
Κι όμως, πίσω από αυτή τη ρητορική της έλλειψης δεν σπανίζουν οι τραπεζικοί λογαριασμοί που παραμένουν εύρωστοι, οι περιουσίες που διατηρούνται αλώβητες, οι βεβαιότητες μιας άνετης ζωής. Εκείνο που λείπει δεν είναι το χρήμα.
Εκείνο που λείπει είναι η επιθυμία να αναγνωριστεί ότι και ο άλλος εργάζεται, ότι και ο άλλος παράγει αξία, ότι και ο άλλος δικαιούται ανταπόδοση.
Το αντικείμενο δεν είναι ποτέ η πραγματική επιθυμία.
Το βιβλίο, η παράσταση ή η συναυλία λειτουργούν ως αφορμές.
Η πραγματική απόλαυση βρίσκεται αλλού: στην αίσθηση ότι κάποιος κατόρθωσε να μεταθέσει το κόστος της επιθυμίας του σε έναν τρίτο. Πρόκειται για μια ιδιότυπη μορφή ναρκισσισμού, όπου η εξαίρεση από τον κανόνα βιώνεται ως επιβεβαίωση προσωπικής αξίας. Δεν απολαμβάνεται τόσο το αγαθό όσο το γεγονός ότι αποκτήθηκε χωρίς αντάλλαγμα. Σαν να επιδιώκεται διαρκώς η απόδειξη ότι οι άλλοι οφείλουν να πληρώνουν για την παρουσία μας στον κόσμο.
Το φαινόμενο εμφανίζεται με ιδιαίτερη ένταση στον χώρο του πολιτισμού.
Σπάνια κάποιος θα απαιτήσει δωρεάν το δείπνο του, το ξενοδοχείο του ή το αεροπορικό του εισιτήριο.
Αντίθετα, θεωρεί συχνά απολύτως φυσικό να ζητήσει δωρεάν το βιβλίο ενός συγγραφέα, τη θέση ενός θεατή, τον κόπο ενός καλλιτέχνη.
Σαν η πνευματική εργασία να παραμένει, ακόμη και σήμερα, μια εργασία κατώτερης τάξης, σαν το έργο να μην αποτελεί προϊόν χρόνου, πειθαρχίας και κόστους, αλλά μια αόριστη γενναιοδωρία που οφείλει να προσφέρεται αδιακρίτως.
Κάτω από την επίφαση της οικειότητας κρύβεται συχνά μια βαθιά περιφρόνηση προς την ίδια τη δημιουργία.
Το πιο παράδοξο χαρακτηριστικό της εποχής μας δεν είναι η ανισότητα του πλούτου, αλλά η ανισότητα της ντροπής.
Εκείνοι που έχουν λιγότερα εξακολουθούν πολλές φορές να διστάζουν να ζητήσουν.
Εκείνοι που έχουν περισσότερα εμφανίζονται συχνά απαλλαγμένοι από κάθε αίσθηση ορίου.
Έτσι γεννιέται μια νέα μορφή συμβολικής ισχύος: η ψευδοφτώχεια.
Όχι ως πραγματική ανάγκη, αλλά ως αισθητική στάση, ως κοινωνική τεχνική, ως μόνιμη παράσταση αδικίας.
Σε μια κοινωνία η οποία διακηρύσσει αδιάκοπα την αξία της ευαισθησίας, το προνόμιο έχει μάθει να μεταμφιέζεται σε θύμα, ενώ η αξιοπρέπεια της σιωπηλής στέρησης αποσύρεται ολοένα και περισσότερο από το δημόσιο βλέμμα. ( από ΦΒ Λ)
