8 Ιουν 2026

Όταν οι Βούλγαροι επιστρέψουν ΟΛΟΥΣ τους κλεμμένους θησαυρούς στην Ελλάδα, τότε και μόνο τότε θα λάβουν τα λείψανα του Σαμουήλ.-


ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΕΘΝΙΚΩΝ ΘΗΣΑΥΡΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ:


Μετά τη συμφωνία του 1920, η Βουλγαρία παρέδωσε στην Ελλάδα μέρος των κειμηλίων της μονής του «Άγιου Ιωάννη του Βαπτιστή», αλλά δεν επεστράφησαν όλα από το σύνολο των 400 κειμηλίων, καθώς και από κειμήλια από το μοναστήρι των Σερρών, τα οποία κρατούνται στο Μουσείο της Σόφιας.



Η γειτονική Βουλγαρία, με την οποία διατηρούμε καλές σχέσεις τα τελευταία χρόνια, έχει μια ιστορική οφειλή προς την Ελλάδα, την οποία δεν έχει τακτοποιήσει, παρά το γεγονός ότι είναι εκτεθειμένη διεθνώς.


Πρόκειται για την αρπαγή των λεγόμενων "Θησαυρών" της Μονής Εικοσιφοινίσης και άλλων γειτονικών μοναστηριών κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, από αξιωματικούς και στρατιώτες του τακτικού στρατού της Βουλγαρίας αλλά και από παρακρατικούς κομιτατζήδες.



Τότε κατέστρεψαν τη Μονή και λεηλάτησαν τη βιβλιοθήκη, συμπεριλαμβανομένων και 430 πολύτιμων χειρογράφων σε περγαμηνές και παπύρους ηλικίας αιώνων και αποχώρησαν, αφού προηγουμένως βασάνισαν και κακοποίησαν τους μοναχούς.


Τα κλεμμένα πολιτιστικά αγαθά ήταν διάφορα βιβλία, σιγίλια, χρυσόβουλλα, οθωμανικά φιρμάνια, όλα τα ιερά σκεύη του καθολικού, οι ασημένιες επενδύσεις των εικόνων και των ευαγγελίων, σμαλτωμένα εξαπτέρυγα, πολυέλαιοι, ακόμα και ο ξυλόγλυπτος αρχιερατικός θρόνος.


Τα κλεμμένα βρίσκονται στο Κέντρο Σλαβοβυζαντινών Σπουδών Ivan Dujev και στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Βουλγαρίας.


Θρυλείται ότι η επιχείρηση της κλοπής σχεδιάστηκε, οργανώθηκε και εκτελέστηκε με τις οδηγίες ενός Βούλγαρου Τσεχικής καταγωγής, τον καθηγητή Vladimir Sis του Πανεπιστημίου της Σόφιας, που ήταν καλός γνώστης της ελληνικής και της λατινικής γλώσσας και γνώριζε άριστα την ανυπολόγιστη αξία των χειρογράφων.


Τι έγινε εκείνη την καταραμένη μέρα το περιέγραψε λιτά σε έκθεσή του ο ηγούμενος της Μονής Εικοσιφοίνισσας Νεόφυτος προς το υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας στις 28 Οκτωβρίου 1918:


«Μεγάλη Εβδομάς, Εβδομάς των Παθών του Κυρίου ημών ΙΧ και των Μοναχών.


Μετά ξυλοκόπημα μίας ώρας, βλέπομεν ότι άλλοι έθεσαν πυρ εις την μεταξύ Αγίας Βαρβάρας και καθολικού Ναού αυλήν και έκαιον τα εν χρήσει έντυπα βιβλία του Ναού και τα ενδύματα των Μοναχών ευρισκόμενα εντός του Ιερού, ίνα νομίσωμεν μετά ταύτα ότι η κλαπείσα βιβλιοθήκη και τα λοιπά διάφορα ιερά άμφια εκάησαν εκεί.


Τα δε κλοπιμαία εκ της βιβλιοθήκης εις διάφορα χειρόγραφα εκ μεμβράνης και παπύρου εκ του Σκευοφυλακείου, εις ιερά άμφια βυζαντινής τέχνης, χρυσά και αργυρά αντικείμενα αμυθήτου πλούτου και εις χρυσόβουλα, σιγίλια και τίτλους (φιρμάνια) ιδιοκτησίας και λοιπά αντικείμενα αρχαίας τέχνης πάντα ταύτα εφορτώθησαν εις 18 ημιόνους και μετεφέρθησαν εις Δράμαν.


Την ιστορικήν αξίαν αυτών ουδείς θα δυνηθεί να περιγράψη».


Ήταν Μεγάλη Δευτέρα 27 Μαρτίου 1917, όταν στρατιώτες του βουλγαρικού κατοχικού στρατού αλλά και κομιτατζήδες του Πανίτσα, εισέβαλαν στο Μοναστήρι και αφού βιαιοπράγησαν κατά των μοναχών,  κατέστρεψαν και έβαλαν φωτιές, άρπαξαν τα περισσότερα κειμήλια και τα μετέφεραν στη Βουλγαρία, όπου και κατακρατούνταν.


Στο Σκευοφυλάκιο της Μονής Εικοσιφοίνισσας υπήρχαν πολλά και σημαντικά ιερά κειμήλια, ενώ μεγάλης αξίας ήταν η βιβλιοθήκη της, η οποία αριθμούσε 1.300 τόμους βιβλίων, από τα οποία τα 400 ήταν χειρόγραφα σε παπύρους ή περγαμηνές.


Τον Ιούνιο του 1917, Βούλγαροι κατακτητές οδήγησαν τους μοναχούς σε ομηρία στα τάγματα καταναγκαστικής εργασίας, τα γνωστά μας απεχθή «ντουρντουβάκια».


Ορισμένοι από τους μοναχούς δεν άντεξαν τις άγριες συνθήκες και πέθαναν εκεί στον τόπο του μαρτυρίου τους.


Όσοι επιβίωσαν, επέστρεψαν στις μονές τους το 1918, μετά την ήττα των Γερμανών και των συμμάχων τους Βουλγάρων.


Μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την ήττα της Βουλγαρίας και των άλλων κρατών των λεγόμενων Κεντρικών Δυνάμεων, άρχισαν να αποκαλύπτονται και λεπτομέρειες για όσα συνέβησαν στη Μακεδονία και αφορούσαν στην κλοπή των πολιτιστικών αγαθών.


Τότε διακινήθηκε στη Σόφια ένα μυστικό υπόμνημα, το οποίο είχε υποβληθεί προς το υπουργείο των Στρατιωτικών της Βουλγαρίας και στον αρχηγό του Επιτελείου στρατηγό Λούκωφ, το οποίο προκάλεσε πανικό στους κόλπους της Βουλγαρικής ηγεσίας, που προσπαθούσε ηττημένη πλέον να καλύψει τα όργια (εγκλήματα και διαρπαγές), τα οποία είχαν διαπραχθεί σε Ανατολική Μακεδονία και Θράκη.


Άμεσο αποτέλεσμα ήταν η σύλληψη στις 21 Ιουνίου του συνταγματάρχη Ασμάνωφ.


Το υπόμνημα εκείνο αποκάλυπτε τις διαρπαγές που είχαν γίνει όταν διοικούσε ο στρατηγός Μπουρμώφ και ειδικά στο διάστημα από τον Φεβρουάριο έως τον Ιούλιο 1917.


Εκτελεστές των σχετικών διαταγών ήταν ο τότε επιτελάρχης της Μεραρχίας Ασμάνωφ και οι υπολοχαγοί Σεμερτζήεφ ως φρούραρχος Δράμας και Στρεμπρώφ σε συνεργασία με τον παρακρατικό κομιτατζή Πανίτσα και το δικηγόρο Φιλιππούπολης Γκουβεντάρωφ.


Τα πρόσωπα αυτά σε συνεννόηση με τον στρατηγό Μπουρμώφ διέπραξαν στις αρχές Μαρτίου 1917 τις αρπαγές των πολύτιμων σκευών, εικόνων και κειμηλίων από τη Μονή Εικοσιφοίνισσας του Παγγαίου και από άλλα μοναστήρια.


Για να κάνουν τις κλοπές αυτές είχαν μεταμφιεσθεί σε Τούρκους στρατιώτες, για να παραπλανήσουν το ελληνικό στοιχείο της περιοχής.


Τα κλεμμένα μεταφέρθηκαν με αυτοκίνητα σε διάφορες πόλεις, πριν καταλήξουν στον τελικό προορισμό τους.


Πρόλαβαν όμως οι Ασμάνωφ, Πανίτσας και Γκουβεντάρωφ να αρπάξουν για λογαριασμό τους κάτι.


Είχε καταγγελθεί τότε ότι ο Ασμάνωφ κράτησε μερικούς τάπητες, ένα πιάνο (γιατί είχαν κλέψει και από αλλού), χρυσά κουταλάκια και ένα κύπελλο, που τελικά κατασχέθηκαν από την 10η  Μεραρχία τον Ιανουάριο του 1918.


Επίσης σε έρευνα που έγινε στο σπίτι του Σεμερτζήεφ βρέθηκε ο Μέγας Χρυσούς Σταυρός της Εικοσιφοίνισας.


Οι κλοπές αυτές έγιναν κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και βασίζονταν στην περίφημη διαταγή Νο 100 του υπουργείου Στρατιωτικών της Βουλγαρίας που όριζε ότι: 


«Εις τας στρατιωτικώς κατεχομένας χώρας, πάσα περιουσία κινητή ή ακίνητος, θεωρείται εγκαταλελειμμένη  όταν ο ιδιοκτήτης αυτής απουσιάζει εκτός συνόρων της Βουλγαρίας.


Της διαταγής ταύτης δύνανται να κάμουν χρήσιν οι κατά τόπους στρατιωτικοί διοικηταί αναλόγως των αναγκών των στρατευμάτων των, συντάσσοντες προς τούτο τα αναγκαία πρωτόκολλα».


Ο Ασμάνωφ εκβίασε και τον διευθυντή του καπνεμπορικού οίκου της Καβάλας «Κιαζίμ Εμίν» ονόματι Αμπντί και πήρε σε δύο δόσεις συνολικά 100.000 φράγκα.


Ο Σεμερτζήεφ σε συνεργασία με τον αρχικομιτατζή Πανίτσα διέπραξε επτά φόνους.


Πρώτο θύμα τους υπήρξε ο ομογενής Καραγιάννης από το Πράβι (σήμερα Ελευθερούπολη) από τον οποίο πήραν 20.000 δραχμές και στη συνέχεια τον παρέδωσαν σε δύο όργανά τους, που τον δολοφόνησαν.


Το έγκλημά τους αποκαλύφθηκε αργότερα  από μια τσιγαροθήκη και ένα αδιάβροχο, που τους είχε δωρίσει ο Καλογιάννης προ της δολοφονίας του.


Το πτώμα του μαζί με άλλα έξι θύματά τους τα έριξαν μέσα σε ένα πηγάδι, κοντά στη Δράμα.


Ο Σεμερτζήεφ είχε αγοράσει από δύο Εβραίους εμπόρους της Καβάλας 50.000 οκάδες σαπουνιού δήθεν για χρήση της Μεραρχίας, αλλά δεν πλήρωσε ποτέ.


Οι ίδιοι κατηγορήθηκαν επίσης και για διαρπαγές που έγιναν στο ρωσικό μοναστήρι του Αγίου Ανδρέα και στα κτήματα του πρώην χεδίβη της Αιγύπτου, Μοχάμετ Άλι, στην Καβάλα.


Την ίδια εποχή έγιναν και οι μεγάλες διαρπαγές στο Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου κοντά στις Σέρρες, από τμήματα της ΧΙΙ Μεραρχίας του στρατηγού Ρούσεφ και της ΧΙΙΙ του στρατηγού Μπουδάνωφ.


Και όταν κάποτε έγιναν προσπάθειες να αχθούν οι υποθέσεις των εγκλημάτων και των διαρπαγών του βουλγαρικού στρατού ενώπιον της Δικαιοσύνης, φημολογήθηκε ότι ο στρατηγός Μπουρμώφ είπε σε ανακριτή: 


«Κύριε ανακριτά, την υπόθεσιν αυτήν οφείλετε να καταστρέψητε δια να σωθεί η τιμή της Βουλγαρίας».


Χρονικά, η πρώτη αντίδραση από πλευράς της χώρας μας σημειώθηκε στις 31 Μαρτίου 1917, τέσσερις ημέρες μετά τη διαρπαγή.


Ο τότε Νομάρχης Δράμας, Νικόλαος Μπακόπουλος, υπέβαλε διαμαρτυρία προς τις κατοχικές βουλγαρικές αρχές, χωρίς όμως αποτέλεσμα.


Το 1918, μετά την απελευθέρωση της περιοχής από τη δεύτερη Βουλγαρική Κατοχή, το θέμα επιστροφής των κειμηλίων συζητήθηκε στη Βουλή των Ελλήνων.


Στη συνέχεια η ελληνική κυβέρνηση απαίτησε την εφαρμογή της Συνθήκης του Νεϊγύ (1919), σύμφωνα με την οποία έπρεπε να επιστραφούν όλα τα πολιτιστικά αγαθά που είχαν κλαπεί κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών.


Το 1923 ο καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας και διευθυντής του Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών, Γεώργιος Σωτηρίου, πήγε στη Σόφια για να ζητήσει την επιστροφή των κλεμμένων αντικειμένων παραθέτοντας κατάλογο με 907 ιερά λατρευτικά αντικείμενα, 430 χειρόγραφους κώδικες, 467 αρχέτυπα κά, αλλά οι Βούλγαροι επέστρεψαν μόνον... 7.


Τα περισσότερα από τα κειμήλια εξακολουθούσαν να κατακρατούνται παράνομα στη Σόφια.


Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι κάποια άλλα μεμονωμένα αντικείμενα πουλήθηκαν ή έφτασαν με άλλους τρόπους, πάντα μέσω Βουλγαρίας, σε βιβλιοθήκες εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και ιδιωτικές συλλογές της Ευρώπης και των ΗΠΑ.


Αυτό σημαίνει ότι πολλοί από όσους έκλεψαν τότε, τα έκλεψαν και για λογαριασμό τους και στη συνέχεια τα διοχέτευσαν στο εξωτερικό μέσω δημοπρασιών ή άλλων οδών.


Μετά δε τις ανωτέρω κλοπές και λεηλασίες που κάνανε οι Βούλγαροι, έγινε στο Παρίσι την 2-10-1946 συνεδρίαση επιτροπής κρατών όπου κάνανε δεκτή παμψηφεί την ελληνική πρόταση που υποχρέωνε την Βουλγαρία όπως επιστρέψει ή αντικαταστήσει όλους τους θησαυρούς που αφαίρεσαν από την Ελλάδα κατά την διάρκεια του Α' και Β' Παγκοσμίου Πολέμου.


Έκτοτε ούτε φωνή ούτε ακρόαση από την πλευρά των Βουλγάρων.


Υπενθυμίζεται ότι οι Βούλγαροι απέσπασαν παράνομα όχι μόνο τα κειμήλια της Μονής Εικοσιφοινίσσης, αλλά και πλήθος άλλων ελληνικών κειμηλίων μεγάλης ιστορικής αξίας από τη Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και τις Μονές Παναγίας Καλαμούς και Παναγίας Αρχαγγελιώτισσας Ξάνθης.


Ο πλήρης κατάλογος των κλεμμένων πολιτιστικών αγαθών:


1.Από την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών αφαίρεσαν το 1917, 1.500 τόμους με έντυπα βιβλία, 318 χειρόγραφα, βυζαντινά χρυσόβουλα, σουλτανικά φιρμάνια και ιερά σκεύη.


Επίσης στις 5-8-1942 ο Ριζώφ Δημήτριος, ως εκπρόσωπος του Συνοδικού Εκκλησιαστικού Μουσείου της Βουλγαρίας, αφαίρεσε 28 βυζαντινές εικόνες και 12 διάφορα άλλα κειμήλια.


2. Από την Ιερά Μονή Εικοσιφοίνισσας αφαίρεσαν το 1917 430 σπάνια χειρόγραφα.


Όλα τα ανωτέρω κειμήλια των δύο μονών βρίσκονται σήμερα στο Κέντρο Σλαβοβυζαντινών Σπουδών "Ivan Dyjcev" στη Σόφια.


3. Από την Καβάλα, από το 1916-1918, μεταξύ άλλων άρπαξαν και από τη βιβλιοθήκη του Ιμαρέτ 832 χειρόγραφα και συγγράμματα.


Επίσης το 1943 λεηλάτησαν και το Αρχαιολογικό Μουσείο.


4. Από το μουσείο της Θάσου έκλεψαν άγνωστο αριθμό αρχαίων νομισμάτων και κεφαλές αρχαίων αγαλμάτων.


5. Από την Ιερά Μονή Καλαμούς Ξάνθης, κατά το διάστημα 1913-1919, αφαιρέσανε 10 σπάνιους κώδικες.


6. Από την Ιερά Μονή Παναγίας Αρχαγγελιώτισσας Ξάνθης το ίδιο διάστημα αφαιρέσανε 33 σπάνιους κώδικες.


7. Από τη Σαμοθράκη, το διάστημα 1913-1918, πέρα από τις αρχαιότητες που αφαίρεσαν, λεηλάτησαν και την αρχαιολογική συλλογή του Ν. Μπάβαλου.


8.Από τη Μαρώνεια και την Κομοτηνή, βάσει στοιχείων που έδωσε το 1948 ο διευθυντής της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας κ. Κεραμόπουλος, αφαίρεσαν όλες τις αρχαιολογικές συλλογές τους.


Η Ελλάδα δεν έπαψε να ζητά την επιστροφή αυτών κλεμμένων θησαυρών, σε όλα τα δυνατά επίπεδα.


To 2017 η Μητρόπολη Δράμας παρουσίασε τον επετειακό τόμο «Η λεηλασία της Ιεράς Μονής Εικοσιφοινίσσης: 100 χρόνια από την κλοπή (1917- 2017)», έργο του καθηγητή Γεωργίου Κ. Παπάζογλου.

 

Κατά την παρουσίαση του σημαντικού και τεκμηριωμένου αυτού τόμου το 1918 στη Θεσσαλονίκη ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος επανέλαβε το ελληνικό αίτημα.


"Δε θα σταματήσουμε να αγωνιζόμαστε για την επιστροφή των κλαπέντων κειμηλίων της Εικοσιφοινίσσης.


Είμαστε αποφασισμένοι να συνεχίσουμε με κάθε νόμιμο και ηθικό μέσο τη διεκδίκηση των πατρώων θησαυρών μας.


Δε θα πάψουμε να αγωνιζόμαστε μέχρι την επιστροφή και του τελευταίου κειμηλίου.


Έχουμε χρέος έναντι των πατέρων μας, της ιστορίας, της Εκκλησίας και της ίδιας της δικαιοσύνης".


Στις 6 και 7 Μαρτίου το Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης οργάνωσε επιστημονική διημερίδα για το θέμα αυτό στην Κομοτηνή.


Η διημερίδα είχε τεθεί υπό την αιγίδα του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας Χρήστου Σαρτζετάκη, ο οποίος είχε ασχοληθεί με τη λεηλασία αυτή από την εποχή της Προεδρίας του, όταν και έθεσε το εκκρεμές αυτό ζήτημα στον τότε Πρόεδρο της Βουλγαρίας, Τοντώρ Ζίβκωφ, δηλαδή της επιστροφής των κλεμμένων αυτών πολιτιστικών αγαθών.


Τι εισέπραξε τότε; 


Κατά την έκφραση του ιδίου του κ. Σαρτζετάκη, τίποτα περισσότερο πέραν «υποσχέσεών του, εκδήλως υποκριτικῶν».


Στον χαιρετισμό που είχε απευθύνει στη διημερίδα, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε τονίσει μεταξύ άλλων:


«Η χαρά μου είναι εύλογη.


Και για την τιμή που μου προσγίνεται, αλλά και για το αντικείμενο της διημερίδος, το οποίο και τυχαίνει να μου είναι οικειότατο.


Αφού μάλιστα συνέβη και ενεργώς να ασχοληθώ με αυτό, όταν υπό την επίσημον ιδιότητα του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, το έθεσα ευθέως και απεριφράστως, ειδικώτερον ως αίτημα επιστροφής των κλαπέντων υπό των Βουλγάρων χειρογράφων των Ιερών Μονών Εικοσιφοινίσσης Παγγαίου και Τιμίου Προδρόμου Σερρών, εις τον τότε Πρόεδρον της Βουλγαρίας Θεόδωρον Ζίφκωφ, χωρίς βεβαίως πέραν αοριστολογιών και ενδοιαστικών υποσχέσεών του εκδήλως υποκριτικών, να συντελεσθή έκτοτε και μέχρι τούδε οτιδήποτε».


Ο κ. Σαρτζέτακης προχώρησε σε ανάλυση των προβλημάτων του Διεθνούς Δικαίου για τη διεκδίκηση των κλεμμένων πολιτιστικών αγαθών από τους πραγματικούς κατόχους και κληρονόμους, εξηγώντας ότι αυτό ακριβώς το γεγονός επιτρέπει σε ξένα κρατικά μουσεία και βιβλιοθήκες να διαφημίζουν τα προερχόμενα από εγκληματικές πράξεις κλοπιμαία τους, όπως κάνουν πχ το Βρετανικό Μουσείο, τα Μουσεία του Λούβρου, του Βερολίνου, του Βατικανού κλπ.


Η θέση της Ελλάδας ήταν πάντα φιλική, ανιδιοτελής, με καλή διάθεση και κυρίως χωρίς υστεροβουλίες, αφού υπήρξε και ανεκτίμητης αξίας προσφορά προς την Βουλγαρία.


Οι Βούλγαροι επιθυμούσαν διακαώς την επιστροφή των οστών και της σινδόνης του Σαμουήλ, οταν γιόρταζαν με μεγαλοπρέπεια τη συμπλήρωση 1.000 ετών από τον θάνατο του σπουδαιότερου ηγέτη του έθνους τους, το 1014 μετά τη συντριβή του στρατού του στη μάχη του Κλειδίου από τους Βυζαντινούς.


Κατά τη διάρκεια τελετής για τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του τσάρου Σαμουήλ μπροστά από την εκκλησία της Αγίας Σοφίας στη βουλγαρική πρωτεύουσα, ο πρόεδρος της γειτονικής χώρας ζήτησε εμμέσως από την Αθήνα να παραδώσει τα οστά που για πρώτη φορά εκτέθηκαν δημόσια πέρυσι στη Θεσσαλονίκη, όπου και τα «προσκύνησε» ο ίδιος, επικεφαλής πολυπληθούς βουλγαρικής αντιπροσωπείας.


«Η Βουλγαρία δε θα πρέπει να ησυχάσει, μέχρι τα οστά του Σαμουήλ να κατορθώσουν να βρουν αιώνια ανάπαυση στη χώρα, εδώ ακριβώς στο ναό της Αγίας Σοφίας, που είναι τόπος λατρείας» δήλωσε ο κ. Πλεβνέλιεφ, τονίζοντας πως η επιστροφή των οστών του Σαμουήλ στη Βουλγαρία, θα αποτελέσει μια ιστορική πράξη συμφιλίωσης μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας.


«Η παράδοσή τους θα ήταν μια απόδειξη της ευρωπαϊκής προσέγγισης για την ιστορία και την πολιτική γειτονίας» είπε.


Κατά τη διάρκεια της τελετής, ο Βούλγαρος πρόεδρος απευθύνθηκε και στους γείτονες Σκοπιανούς (πoυ τους θεωρούν... «Μακεντόνετς» παρόλο που έχουν ως εθνικό τους ήρωα και βασιλιά έναν Βούλγαρο Τσάρο).


Η εθνικότητα του Σαμουήλ διχάζει Βούλγαρους και Σλαβομακεδόνες, έχοντας μάλιστα καταστεί σημείο τριβής στις σχέσεις των δύο χωρών, με τα Σκόπια να υποστηρίζουν ότι ήταν... "Μακεδόνας".


Ο Βούλγαρος πρωθυπουργός πάντως δήλωσε πως ο Σαμουήλ «είναι ένα ιστορικό πρόσωπο, σύμβολο του αγώνα για τη διάσωση του βουλγαρικού έθνους» και εκφράζοντας την ευχή να γιορτάσουν σύντομα από κοινού με τους «αδελφούς» των Σκοπίων το έργο του μεγάλου τσάρου.


Οι συζητήσεις στο περιθώριο υψηλών συναντήσεων και επαφών με την ελληνική πλευρά, που ζητεί να της επιστραφούν τα κλεμμένα κειμήλια, δεν καρποφόρησαν έως την έναρξη των επίσημων εκδηλώσεων.


Οι Σαμαράς και Πλεβνελίεφ έκαναν μια κουβέντα στο Κάρντιφ, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, με τον Ελληνα πρωθυπουργό να ξεκαθαρίζει στον Βούλγαρο πρόεδρο ότι εκδηλώσεις στις Πρέσπες δεν μπορεί να γίνουν, και τη συνέχισαν στο αεροπλάνο του Ελληνα πρωθυπουργού στη διαδρομή προς το Μπακού όπου μετέβησαν σε φόρουμ για τα ενεργειακά.


Οι δύο ηγέτες συμφώνησαν να προσκυνήσει τα οστά και τη σινδόνη στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης ο κ. Πλεβνελίεφ σε μια κίνηση υψηλού συμβολισμού για τους Βούλγαρους και να συνεχιστεί ο διάλογος σε επίπεδο αντιπροσωπειών, στις οποίες από βουλγαρικής πλευράς ηγείτο ο πρέσβης της Βουλγαρίας στη Ρώμη και από ελληνικής η ΓΓ του υπουργείου Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη.


Οταν όμως τον Οκτώβριο 2014 η κ. Μενδώνη μετέβη στη Σοφία, διαπίστωσε στις εκεί συναντήσεις ότι υπήρχαν ισχυρά κέντρα που αντιστέκονταν στην επιστροφή των κειμηλίων και έδειχναν να αδιαφορούν για τη βούληση της πολιτικής και πολιτειακής ηγεσίας, ακόμα και στο υψηλότερο επίπεδο.


Μάλιστα η κ. Μενδώνη φέρεται να είπε σε συνεργάτες της ότι σημαντικό στέλεχος της αρχαιολογίας, με ισχυρή επιρροή στη βουλγαρική πνευματική και πολιτική τάξη, της μίλησε με άκρως απαξιωτικά λόγια για εμπλεκόμενα στη διαπραγμάτευση διπλωματικά στελέχη, αλλά και για τον ίδιο τον πρόεδρο της χώρας, ξεκαθαρίζοντάς της πως «δεν πρόκειται να πάρετε τίποτα».


Ηταν σαφές πως ο βουλγαρικός εθνικισμός αφενός δεν ήθελε να χρεωθεί στην Ιστορία την κλοπή και αφετέρου με μια ενδεχόμενη επιστροφή θα κατέρριπτε το ίδιο το αφήγημά του, ότι δηλαδή τα κειμήλια δεν είναι κλεμμένα, καθώς σύμφωνα με αυτό ο στρατός τα... "αφαίρεσε" από εκκλησίες σε βουλγαρικό έδαφος (και κάποιοι φαίνεται ότι επιμένουν), εννοώντας την τότε κατεχόμενη από τους Βούλγαρους Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη, και τα μετέφερε στη Σόφια για να τα... "σώσει" (σας θυμίζει κάποιους άλλους... "Σωτήρες";).


Κάπου εκεί τον Οκτώβριο του 2014, η διαπραγμάτευση πάγωσε, καθώς στην Ελλάδα προκηρύχθηκαν εκλογές και η νέα κυβέρνηση δεν έδειξε να έχει αυξημένο ενδιαφέρον.


Απέμεινε ο εκκλησιαστικός δρόμος που όμως έχει τα δικά του προβλήματα.


Ο Μπορίσοφ με τη δήλωσή του απέκλεισε την προοπτική να γίνει ο «δεύτερος Στογιάνοφ» και να είναι αυτός που θα επιστρέψει τα κειμήλια, όπως είχε πράξει ο πρώην πρόεδρος της χώρας του παλαιότερα, όταν επέστρεψε ο ίδιος τον «Θούριο» του βουλγαρικού έθνους, ένα μοναδικό κειμήλιο που είχαν κλέψει στις αρχές της δεκαετίας του ’80 από την Ιερά Μονή Ζωγράφου του Αγίου Ορους οι μυστικές υπηρεσίες του Ζίβκοφ, σε μια υπόθεση που παρέπεμπε στο «Ονομα του Ρόδου».


Τα λείψανα του βασιλιά Σαμουήλ, βρέθηκαν στην Ελλάδα το 1969, όταν σε ανασκαφή ο αρχαιολόγος καθηγητής Νικόλαος Μουτσόπουλος σε κρύπτη στην εκκλησία του Αγίου Αχιλλείου, κοντά στις Πρέσπες, εντόπισε τέσσερις σαρκοφάγους και (μετά από εξονυχιστικούς ελέγχους και από τους συμμετέχοντες Bούλγαρους επιστήμονες) οι ειδικοί διαπίστωσαν ότι επρόκειτο πράγματι για τα οστά του τσάρου Σαμουήλ και της οικογένειάς του.


Συγκεκριμένα, στα θεμέλια της βασιλικής βρέθηκαν οι σαρκοφάγοι με τα οστά του Τσάρου Σαμουήλ, του γιου του και επόμενου Τσάρου Γαβρίλ Ραντόμιρ και του ανιψιού του Τσάρ Ιβάν Βλαδισλάβ.


Ο Σαμουήλ μετά την οριστική του ήττα από τον Βασίλειο το Βουλγαροκτόνο, στη μάχη του Κλειδιού το 1014, κατέφυγε στην Πρέσπα, όπου ο ίδιος είχε θάψει το λείψανο του Αγίου Αχιλλείου το οποίο είχε αρπάξει από τη Λάρισα.


Εκεί πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 6 Οκτωβρίου του ίδιου έτους.


Ο Σαμουήλ είναι από τους ενδοξότερους Βούλγαρους ηγέτες.


Οι πόλεμοί του με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία χαρακτηρίζονται ως επική περίοδος της Βουλγαρικής ιστορίας.


Ο μεγάλος αριθμός μνημείων στη Βουλγαρία και στη Βόρεια (Γιουγκοσλαβική) Μακεδονία, όπως εκείνα στο Πετρίτσι και στην Οχρίδα υποδηλώνουν τα σημάδια που έχει αφήσει η ιστορική αυτή μορφή στη λαϊκή μνήμη.


Τέσσερα Βουλγαρικά χωριά φέρουν το όνομά του.


Ο Σαμουήλ είναι η κύρια μορφή σε τρία τουλάχιστον μεγάλα Βουλγαρικά μυθιστορήματα των συγγραφέων Ντιμιτάρ Τάλεφ, Αντον Ντόντσεφ και Στέφαν Τσάνεφ και πρωταγωνιστεί επίσης στο Ελληνικό μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα "Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου", που ακολουθεί την αφηγηματική ροή των γεγονότων όπως παρουσιάζονται από το Στήβεν Ράνσιμαν.


Αναφέρεται επίσης σε στίχους του Ιβάν Βάζοφ, του Πέντσο Σλαβέικοφ και του Ατανάς Ντάλτσεφ.


Ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Μουτσόπουλος επί δεκαετίες φύλαγε τα κειμήλια στο σπίτι του, ενώ αργότερα αποθηκεύτηκαν στο Μουσείο Βυζαντινής Τέχνης στη Θεσσαλονίκη.


Με πρόσφατη συμφωνία επιτρέπεται να επιστραφούν στη Βουλγαρία και να ταφούν στην Εκκλησία των Αγίων Σαράντα Μαρτύρων στο Βέλικο Τάρνοβο, να αναπαυθούν με εκείνα των αυτοκρατόρων Καλογιάν και Μιχαήλ Ασέν Γ΄.


Το πρόσωπο του Σαμουήλ ανακατασκευάσθηκε ώστε να αποδώσει την όψη του 70χρονου Βούλγαρου ηγεμόνα.


Σύμφωνα με την ανακατασκευή είχε έντονα χαρακτηριστικά και ήταν φαλακρός με λευκή γενειάδα και μουστάκι.


Η Ελλάδα απαίτησε την επιστροφή εκατό βυζαντινών χειρογράφων, εικόνων και θρησκευτικών αντικειμένων που θεωρούνται ότι είχαν κατασχεθεί από το ελληνικό μοναστήρι του «Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή» και της «Μητέρας Παναγίας» στη Δράμα από τις βουλγαρικές αρχές κατά τη διάρκεια της Κατοχής στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.


Δεδομένων των άριστων διμερών σχέσεων, αλλά και της επιθυμίας των δύο πλευρών να αποκτήσουν τα «φυλακισμένα» εθνικά τους κειμήλια, αναρωτιέται κανείς τι εμποδίζει να γίνει η ανταλλαγή τους.


Για τους γνώστες του παρασκηνίου, ο κίνδυνος πολιτικοποίησης της Ιστορίας δημιουργεί αναστολές και εξακολουθεί να εξάπτει ανομολόγητα στις σημερινές συνθήκες της ευρωπαϊκής πορείας των δύο γειτονικών λαών φοβικά σύνδρομα του μακρινού παρελθόντος.


Και αυτό είναι κάτι που δεν εξαλείφεται εύκολα στα μεταπολεμικά Βαλκάνια.


Ωστόσο όλα δείχνουν ότι η ώρα της ανταλλαγής έχει φτάσει, καθώς και ο πρόεδρος του ιδρύματος Βουλγαρική Μνήμη, Μίλεν Βραμπέφσκι, δήλωσε πρόσφατα: 


«Εδώ και έξι χρόνια η ελληνική πλευρά δηλώνει ετοιμότητα να μας δώσει τα λείψανα του Σαμουήλ και ως αντάλλαγμα να λάβει κάποια βυζαντινά πατριαρχικά χειρόγραφα που κάποτε σώζονταν σε μοναστήρι στη Βορεια Ελλάδα»


Blog TaXalia: "Όταν οι Βούλγαροι επιστρέψουν ΟΛΟΥΣ τους κλεμμένους θησαυρούς στην Ελλάδα, τότε και μόνο τότε θα λάβουν τα λείψανα του Σαμουήλ.- "

 
Copyright © 2015 Taxalia Blog - Θεσσαλονίκη