21 Οκτ 2026
Βόμβα Ντόρας για τον Μητσοτάκη – Μετά τον πρωθυπουργό βάζει και εκείνη στο τραπέζι το 25% και ανοίγει τη συζήτηση για τη διαδοχή στη ΝΔ
Η Ντόρα Μπακογιάννη αναγνωρίζει δημοσίως ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες του σε περίπτωση εκλογικής κατάρρευσης. Η δεύτερη αναφορά στο 25% μέσα σε λίγες ημέρες, η πολιτική σημασία των δηλώσεων, οι δημοσκοπήσεις και ο Αντώνης Σαμαράς που εξακολουθεί να απειλεί τη «γαλάζια» συσπείρωση. Η αντίφαση ανάμεσα στη διακηρυγμένη αυτοδυναμία και στις συζητήσεις για την επόμενη ημέρα
Πρώτα το είπε ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Τώρα το επαναλαμβάνει και η αδελφή του, Ντόρα Μπακογιάννη. Μέσα σε διάστημα λίγων ημερών, δύο από τα πλέον ισχυρά πρόσωπα της Νέας Δημοκρατίας συνδέουν δημόσια το πολιτικό μέλλον του πρωθυπουργού με ένα συγκεκριμένο εκλογικό ποσοστό, το 25%, ανοίγοντας μια συζήτηση που μέχρι πρόσφατα διεξαγόταν κυρίως στο παρασκήνιο της κυβερνητικής παράταξης. Και μπορεί αμφότεροι να επιμένουν ότι η αυτοδυναμία παραμένει εφικτός στόχος, οι δηλώσεις τους όμως εισάγουν για πρώτη φορά με τέτοια σαφήνεια το ενδεχόμενο αλλαγής ηγεσίας εξαιτίας ενός δυσμενούς εκλογικού αποτελέσματος.
Η παρέμβαση της πρώην υπουργού Εξωτερικών στον ΣΚΑΪ αποκτά ξεχωριστή πολιτική βαρύτητα. Η Μπακογιάννη δεν είναι ένα περιφερειακό στέλεχος που επιχειρεί να αποκτήσει δημοσιότητα μέσα από σενάρια διαδοχής. Γνωρίζει όσο λίγοι τις εσωτερικές ισορροπίες της ΝΔ, διατηρεί δικούς της πολιτικούς δεσμούς και βρίσκεται διαχρονικά στον πυρήνα της παράταξης. Όταν λοιπόν ερωτάται εάν ο Μητσοτάκης πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες του σε περίπτωση που η ΝΔ συγκεντρώσει λιγότερο από 25%, η απάντησή της δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια συνηθισμένη τηλεοπτική αποστροφή.
«Τι είναι ο πρωθυπουργός, κολλημένος σε μια καρέκλα και λέει εγώ είμαι και κανένας άλλος δεν είναι; Όχι», δήλωσε, υπενθυμίζοντας παράλληλα ότι υπάρχουν πολιτικοί αρχηγοί που δεν αποχώρησαν ακόμη και όταν τα κόμματά τους υποχώρησαν στο 18%.
Η δήλωση δεν συνιστά προαναγγελία αποχώρησης του πρωθυπουργού. Αναγνωρίζει, όμως, ότι ένα συγκεκριμένο εκλογικό αποτέλεσμα θα μπορούσε να καταστήσει αναπόφευκτη τη συζήτηση για τις ευθύνες της σημερινής ηγεσίας.
Ο Μητσοτάκης έβαλε πρώτος το 25% – Η Ντόρα επέστρεψε για να το επιβεβαιώσει
Η ιστορία άρχισε από τη συνέντευξη που παραχώρησε ο πρωθυπουργός στον Άρη Πορτοσάλτε. Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο εσωκομματικής αμφισβήτησης στην περίπτωση που η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώσει 25%, ο Μητσοτάκης δεν επιχείρησε να απορρίψει το σενάριο. Αντίθετα, αναγνώρισε ότι οι πολιτικοί αρχηγοί κρίνονται από τα εκλογικά αποτελέσματα και ότι η παράταξη διαθέτει παράδοση αλλαγής ηγεσίας όταν δεν επιτυγχάνει τους στόχους της.
«Αν έφερνα 25% στις εκλογές, καλά θα έκαναν να τα έλεγαν αυτά», ήταν η χαρακτηριστική τοποθέτησή του.
Εκείνη η φράση προκάλεσε συζητήσεις, διότι ο πρωθυπουργός επέλεξε να προσδιορίσει ο ίδιος ένα εκλογικό ποσοστό που θα δικαιολογούσε την αμφισβήτησή του. Μέχρι τότε, το Μέγαρο Μαξίμου αντιμετώπιζε τις σχετικές αναφορές ως πρόωρα σενάρια, επιμένοντας ότι η Νέα Δημοκρατία θα επιδιώξει τρίτη συνεχόμενη αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Η σημερινή παρέμβαση Μπακογιάννη προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο. Η αδελφή του πρωθυπουργού δεν απέφυγε τη συζήτηση, ούτε επιχείρησε να υποβαθμίσει το ενδεχόμενο προσωπικής πολιτικής ευθύνης του Μητσοτάκη. Αντίθετα, κινήθηκε στην ίδια κατεύθυνση, παρότι διατήρησε την εκτίμησή της ότι η κυβέρνηση μπορεί να πετύχει τον εκλογικό της στόχο.
Το 25% επανέρχεται έτσι για δεύτερη φορά ως δημόσιο σημείο αναφοράς για την επόμενη ημέρα της ΝΔ, αυτή τη φορά από ένα πρόσωπο με ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα και άμεση προσωπική σχέση με τον πρωθυπουργό.
Οι δημοσκοπήσεις, το 28,31% και οι υπολογισμοί στο εσωτερικό της ΝΔ
Η χρονική συγκυρία εξηγεί γιατί οι συγκεκριμένες δηλώσεις προκαλούν τόσο έντονο ενδιαφέρον. Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί μεν σημαντικό προβάδισμα έναντι των πολιτικών αντιπάλων της, κινείται όμως στις τελευταίες δημοσκοπήσεις αρκετά χαμηλότερα από την εκλογική επίδοση του 2023.
Η Alco καταγράφει 23,8% στην πρόθεση ψήφου, ενώ η Marc τοποθετεί το κυβερνών κόμμα στο 27%, με την εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος να διαμορφώνεται υψηλότερα. Η συσπείρωση της ΝΔ, σύμφωνα με την Alco, βρίσκεται στο 60%, ενώ το 21,9% των ψηφοφόρων της του 2023 δηλώνει αναποφάσιστο.
Οι μετρήσεις δεν αποτελούν εκλογικό αποτέλεσμα και οι διαφορετικοί δημοσκοπικοί δείκτες δεν είναι απευθείας συγκρίσιμοι. Εξηγούν, ωστόσο, γιατί στο εσωτερικό της ΝΔ η συζήτηση έχει μετακινηθεί από τη διεκδίκηση μιας νέας μεγάλης νίκης στις συνέπειες μιας ενδεχόμενης απώλειας της αυτοδυναμίας.
Υπάρχει μάλιστα και ένας δεύτερος αριθμός που αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Είναι το 28,31% των ευρωεκλογών του 2024, το οποίο έχει ήδη χρησιμοποιηθεί σε εσωκομματικές αναλύσεις ως μέτρο της εκλογικής αντοχής του Μητσοτάκη.
Αν η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώσει σε εθνικές εκλογές ποσοστό χαμηλότερο από εκείνο των ευρωεκλογών, η συζήτηση για την ηγεσία μπορεί να αποκτήσει διαφορετική ένταση, ακόμη και εάν το κόμμα διατηρήσει την πρώτη θέση. Το 28,31% δεν αποτελεί συμφωνημένο όριο αλλαγής αρχηγού, αλλά ένα σαφές ιστορικό σημείο σύγκρισης για την πορεία της παράταξης.
Η Ντόρα υποτιμά τον Σαμαρά, ενώ ο Καράογλου τον βλέπει ως κυβερνητικό εταίρο
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η στάση της Μπακογιάννη απέναντι στον Αντώνη Σαμαρά, την ώρα που ο πρώην πρωθυπουργός εξακολουθεί να εξετάζει τη δημιουργία νέου πολιτικού φορέα. Η ίδια εμφανίστηκε βέβαιη ότι μια τέτοια πρωτοβουλία δεν θα προκαλέσει σοβαρό πλήγμα στη Νέα Δημοκρατία, αναγνωρίζοντας πάντως ότι θα υπάρξουν απώλειες.
Η εκτίμησή της έρχεται σε μια περίοδο που στο εσωτερικό της παράταξης καταγράφονται διαφορετικές προσεγγίσεις για τη διαχείριση της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης. Χαρακτηριστική είναι η παρέμβαση του Θεόδωρου Καράογλου, ο οποίος έθεσε ανοιχτά το ενδεχόμενο κυβερνητικής συνεργασίας με κόμματα που βρίσκονται δεξιότερα της ΝΔ, αναφέροντας μεταξύ άλλων τον Σαμαρά, τον Κυριάκο Βελόπουλο και την Αφροδίτη Λατινοπούλου.
Η Μπακογιάννη επιχείρησε να αποσυνδέσει την τοποθέτηση Καράογλου από την επίσημη κυβερνητική στρατηγική. Επικαλέστηκε τις αυτοδιοικητικές φιλοδοξίες του βουλευτή Β΄ Θεσσαλονίκης, ο οποίος προετοιμάζεται για την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, και επανέλαβε ότι η Νέα Δημοκρατία αποκλείει συνεργασίες με ακροδεξιά κόμματα.
Η αντίφαση, ωστόσο, παραμένει στο πολιτικό πεδίο. Το Μέγαρο Μαξίμου μιλά αποκλειστικά για αυτοδυναμία, ο Καράογλου περιγράφει πιθανούς μετεκλογικούς εταίρους και η Μπακογιάννη συζητά ήδη τις συνέπειες ενός αποτελέσματος κάτω από 25%.
«Μητσοτάκης ή αστάθεια» – Το δίλημμα που επέστρεψε από την Ντόρα
Υπάρχει, τέλος, μια ακόμη ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια, η οποία φωτίζει τις διαφορετικές προσεγγίσεις μέσα στην ίδια την οικογένεια Μητσοτάκη.
Στην πρόσφατη συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ, ο πρωθυπουργός είχε απορρίψει την προσωπική ταύτιση της πολιτικής σταθερότητας με την παραμονή του στην εξουσία. Είχε δηλώσει ότι δεν πρόκειται να παρουσιάσει τον εαυτό του ως αναντικατάστατο και ότι δεν θα χρησιμοποιήσει το δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος».
Η Ντόρα Μπακογιάννη, αντιθέτως, επέλεξε να ολοκληρώσει τη δική της παρέμβαση με μια συγγενή πολιτική διατύπωση, συνδέοντας ευθέως τη συνέχιση της διακυβέρνησης με την ανάγκη αποφυγής της αστάθειας.
Η πρώην υπουργός Εξωτερικών υπερασπίστηκε τη δυνατότητα της ΝΔ να διεκδικήσει αυτοδυναμία, απέκλεισε συνεργασίες με την ακροδεξιά, υποβάθμισε την απειλή Σαμαρά και ταυτόχρονα αναγνώρισε ότι μια βαριά εκλογική ήττα θα έθετε ζήτημα πολιτικής ευθύνης του πρωθυπουργού.
Δύο συνεντεύξεις στον ίδιο σταθμό, δύο δημόσιες τοποθετήσεις για το 25% και μια αξιοσημείωτη διαφορά στον τρόπο παρουσίασης του εκλογικού διλήμματος.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ξεκαθάρισε ότι δεν θα πει «Μητσοτάκης ή χάος». Η Ντόρα Μπακογιάννη έκλεισε τη συνέντευξή της με το «Μητσοτάκης ή αστάθεια».
