Το ζήτημα της παραβατικότητας των γύφτων και άλλων ομάδων είναι ένα ακόμη από τα σοβαρά προβλήματα που στην Ελλάδα και στην Ευρώπη έχουμε μάθει να ψειρίζουμε, χωρίς ποτέ να προχωράμε στις ουσιαστικές και απλές κινήσεις που θα το επέλυαν.
Πόσοι νομίζετε ότι είναι αυτοί οι ενήλικοι και ανήλικοι που σε μια πόλη σαν τον Βόλο προκαλούν τη συντριπτική πλειονότητα των εμπλοκών με την αστυνομία; Λίγες εκατοντάδες. Πού βρίσκονται αυτοί; Γενικώς εκτός φυλακής. Δεν τους πιάνουν; Δεν τους ξέρουν; Μια χαρά τους πιάνουν και τους ξέρουν. Όμως, όσο οι ελάχιστες και απαρχαιωμένες φυλακές μας και τα αναμορφωτήριά μας είναι ασφυκτικά γεμάτα, και όσο ΟΤΑ και άλλοι οργανισμοί για πολιτικούς λόγους αρνούνται να στηρίξουν τον θεσμό της κοινωφελούς εργασίας (της κοινωνικής ποινής) με αποτέλεσμα αυτή να είναι πρακτικά ανύπαρκτη στη χώρα, τόσο το πρόβλημα θα διαιωνίζεται και εμείς θα ομφαλοσκοπούμε.
Για να σας δώσω να καταλάβετε, κάποτε, σε μία τυχαία κουβέντα με έναν αστυνομικό της ασφάλειας, αυτός μου ανέφερε ένα όνομα κατά συρροή ανήλικου παραβατικού: «Έχω βάλει», μου είπε, «στο κινητό μου υπενθύμιση πότε ενηλικιώνεται για να τον πιάσουμε επιτέλους. 180 δίκυκλα έχει κλέψει, χώρια όλα τα άλλα που έχει κάνει· εμφανίζεται στο δικαστήριο, απαλλάσσεται λόγω ανηλικότητας ή μένει στα χαρτιά με αναμορφωτικά μέτρα, δεν έχει νόημα». Αυτή είναι η εικόνα της δικαιοσύνης στη χώρα.
Και έχουμε και την άλλη εφεύρεση, της «μικροπαραβατικότητας». Μικρή για τον πολιτικό που ζει με παχυλό εισόδημα σε όμορφο σπίτι σε ασφαλή γειτονιά. Μικρή για τον δικαστή που μια που τους βλέπει στο δικαστήριο και μια που τους αφήνει ελεύθερους με αναστολή, λόγω ανηλικότητας, με παραπομπή σε πρόγραμμα απεξάρτησης και με πλείστες άλλες δικαιολογίες, για να κλείσει τη δικογραφία όπως-όπως.
Διόλου μικρή όμως για τον μεροκαματιάρη που το παπάκι του —το οποίο για να το πάρει μεταχειρισμένο μάζευε τις πενταροδεκάρες από τη φάμπρικα μήνα με τον μήνα— βρίσκεται πεταμένο στον βυθό επειδή ο ανήλικος ήθελε τη βόλτα του. Διόλου μικρή για τον επαγγελματία που ξημεροβραδιάζεται όρθιος ψήνοντας πίτσες, για να του κάνουν ζημιά 2.000 ευρώ προκειμένου να του αρπάξουν 30 ευρώ από το ταμείο. Διόλου μικρή για τη γριούλα που το καθίκι ο εγγονός, πρεζόνι το επάγγελμα, την τρομοκρατεί και της τρώει τη σύνταξη κάθε μήνα, ενώ τη μία φορά που τόλμησε και τον κατήγγειλε, πήγε στα δικαστήρια μετά από χρόνια, έφαγε εκείνος μια ποινή με αναστολή, και όλο αυτόν τον καιρό η γριούλα άκουγε ακόμη χειρότερες απειλές για την ίδια της τη ζωή πια.
Αυτή είναι η πραγματικότητα που βιώνει η κοινωνία, κυρίες και κύριοι, όσων στηρίζετε και ψηφίζετε ΝΔ, ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ, ΚΚΕ και ΣΥΡΙΖΑ —που έβαλε και το κερασάκι στην τούρτα με τον επαίσχυντο νόμο Παρασκευόπουλου, με τον οποίο άδειασαν άρον-άρον τα σωφρονιστικά καταστήματα και βρέθηκε ξανά στον δρόμο ένας τεράστιος όγκος καταδικασμένων και υποτρόπων. Όλα όσα σας λέω είναι πραγματικά στοιχεία και περιστατικά που έζησα σε νοσοκομεία, δομές ψυχικής υγείας, δουλεύοντας με χρήστες, σε φυλακές και σε αναμορφωτήρια. Δεν είναι θεωρίες. Η συντριπτική μερίδα της καθημερινής παραβατικότητας που γονατίζει τις γειτονιές προέρχεται από συγκεκριμένες ομάδες: γύφτους (εγχώριους και βαλκανικών χωρών), παράνομους μετανάστες, κυκλώματα από χώρες της πρώην ΕΣΣΔ και τα δεύτερης γενιάς βλαστάρια τους που μεγάλωσαν μέσα στην απόλυτη ατιμωρησία.
Και ποια είναι η λύση, ρε Αργύρη; Δηλαδή εσύ τι προτείνεις, που δεν μπορούν να το κάνουν πράξη επί δεκαετίες τόσοι και τόσοι σοφοί, πολιτικοί, επιτελείς, κόμματα;
Έχοντας το θάρρος της γνώμης μου και χωρίς περιστροφές, θα σας πω ότι η πρώτη και αδιαπραγμάτευτη βάση είναι η φυλάκιση. Ναι, εγκλεισμός, μακροχρόνιος και υπό αυστηρές συνθήκες, ειδικά για τους καθ’ υποτροπήν και καθ’ έξιν παραβατικούς.
Μα καλά, θα σκεφτεί κανείς, εσύ, ψυχολόγος πράγμα, και σκέφτεσαι έτσι; Πού πήγε το «όπου ανοίγει ένα σχολείο, κλείνει μια φυλακή»; Πού πήγε η αναμόρφωση και ο σωφρονισμός; Επειδή είσαι εσύ, Αργύρη, συντηρητικός/ακροδεξιός/φασίστας (βάλτε ό,τι νογάτε εδώ για μένα), προβάλλεις τις απόψεις σου ως επιστήμονας, πασπαλίζοντάς τες με προσωπικές εμπειρίες;
Ακούστε λοιπόν πώς συνδέονται αυτά, γιατί η επιστήμη δεν είναι ευχολόγιο: Όσοι με ξέρετε λίγο περισσότερο και από πιο παλιά, θα ξέρετε ίσως ότι αυτά που έκανα στο ίδρυμα αγωγής ανηλίκων δεν είχαν και δεν έχουν γίνει πουθενά στην Ελλάδα· και αφότου έφυγα, έπαψαν να γίνονται. Έφτιαξα ίντερνετ καφέ με δικά μου έξοδα και μπόλικη προσωπική εργασία. Καθιέρωσα σύστημα ανταμοιβών για καλή συμπεριφορά. Έστησα νυχτερινό σινεμά κάθε Τετάρτη βράδυ. Σε πάμπολλες εκδηλώσεις στην πόλη πρωτοστάτησα ώστε να συμμετέχει το ίδρυμα. Βόλτες και εκδρομές κάθε βδομάδα —ναι, για παραβατικούς ανηλίκους— με πορείες στο Πήλιο, επισκέψεις σε βιομηχανίες, βόλτες στην παραλία κ.ο.κ., με όλους τους συναδέλφους από κοντά και το κεφάλι μας υπό τη Δαμόκλειο σπάθη κάποιας απόδρασης ή επεισοδίου. Μέχρι ταινία γύρισα («Τα παπούτσια», εκπαιδευτικό υλικό διαθέσιμο στο «Φωτόδεντρο»), και μέχρι απειλές για ΕΔΕ δέχτηκα από γραφειοκρατικά βαρίδια του προσωπικού επειδή στην ταινία φαίνονταν... τα παπούτσια ενός φύλακα. Μέχρι που μια ωραία πρωία μού έκλεισαν αυθαίρετα το ίντερνετ καφέ «Απόδραση», για να τρέχει έντρομος ο διευθυντής να μου ζητάει να το ξανανοίξω όταν κατάλαβε τι έκανε.
Όλα αυτά ήταν το καρότο. Ήταν η αναμόρφωση, η θετική ενίσχυση, το κίνητρο για να δει ο νέος έναν άλλον δρόμο. Αλλά προσέξτε την ουσία: Το καρότο είναι εντελώς άχρηστο χωρίς το μαστίγιο.
Στη συμπεριφορική ψυχολογία, αρχές που θεμελιώθηκαν από τον Skinner και τους μεγάλους του κλάδου ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, η τροποποίηση της συμπεριφοράς απαιτεί δύο πυλώνες: άμεση, αδιαπραγμάτευτη συνέπεια στην παραβίαση (αρνητική ενίσχυση/τιμωρία) και επιβράβευση στη συμμόρφωση (θετική ενίσχυση). Όταν προσφέρεις μόνο δραστηριότητες και «κατανόηση» χωρίς τον φόβο και τη βεβαιότητα της σκληρής κύρωσης, δεν σωφρονίζεις· εκτρέφεις θράσος. Το ίντερνετ καφέ και οι εκδρομές λειτουργούσαν ακριβώς επειδή ήταν προνόμια μέσα σε ένα αυστηρά οριοθετημένο πλαίσιο, όχι δεδομένα δικαιώματα. Αν δεν υπάρχει ο φόβος του πραγματικού εγκλεισμού, όλη η παιδαγωγική θεωρία καταντά μια θολή, ιδεοληπτική φλυαρία του καναπέ.
Με αυτά και με εκείνα, καταλήγω σε μια απλή, σκληρή, αλλά απόλυτα ρεαλιστική εμπειρική διαπίστωση: Σήμερα, ίσως μόλις το ένα δέκατο όσων θα έπρεπε να βρίσκονται έγκλειστοι είναι πράγματι μέσα, εκτίοντας ένα ελάχιστο κλάσμα της ποινής που αναλογεί στις πράξεις τους. Αστυνομικοί, δικηγόροι και δικαστές —αν αποφασίσουν να αφήσουν την υποκρισία και να μιλήσουν τη γλώσσα της αλήθειας— το γνωρίζουν από πρώτο χέρι.
Θα μου πείτε: «Και πού θα βρεθούν τα λεφτά για τόσες φυλακές και αναμορφωτήρια; Έχεις ιδέα τι δημοσιονομικό κόστος σημαίνει αυτό;».
Η απάντηση είναι απλή: Η ασφάλεια είναι η πιο αποδοτική επένδυση του κράτους. Το κόστος κατασκευής και λειτουργίας σύγχρονων σωφρονιστικών δομών επιστρέφει στο πολλαπλάσιο στην κοινωνία και την οικονομία. Πόσο κοστίζουν σε ετήσια βάση οι κατεστραμμένες περιουσίες, τα κλεμμένα οχήματα, οι σπασμένες βιτρίνες, τα έξοδα νοσηλείας, τα συστήματα ασφαλείας και, κυρίως, η παράλυση της τοπικής αγοράς και η φυγή επιχειρήσεων από υποβαθμισμένες γειτονιές; Εκατοντάδες εκατομμύρια. Το να επενδύσει το κράτος σε σύγχρονες δομές κράτησης δεν είναι σπατάλη· είναι ανταποδοτική θωράκιση του μεροκαματιάρη, του μαγαζάτορα και της κοινωνικής ειρήνης.
Για να μην μακρηγορώ άλλο, αυτό που θα έπρεπε να τολμήσει η οποιαδήποτε κυβέρνηση είναι:
* Δημιουργία σύγχρονων σωφρονιστικών καταστημάτων με διαβαθμισμένα επίπεδα ασφαλείας —από αγροτικές/ανοιχτές φυλακές εργασίας μέχρι πτέρυγες υψίστης ασφαλείας (τύπου Γ)— ώστε η χωρητικότητα της χώρας να ανταποκρίνεται στο πραγματικό μέγεθος της βαριάς και υπότροπης εγκληματικότητας.
* Δημιουργία πρότυπων αναμορφωτηρίων σε περιφερειακό επίπεδο, εξοπλισμένων με επαγγελματική εκπαίδευση, γυμναστήρια, αυστηρούς κανόνες διαβίωσης και επαρκώς εκπαιδευμένο προσωπικό. Εκεί όπου η πειθαρχία θα είναι ο σιδερένιος κανόνας και τα προνόμια θα κερδίζονται με κόπο.
* Μαζική επαναλειτουργία του θεσμού της κοινωφελούς εργασίας (κοινωνικής ποινής) σε κλίμακα δεκάδων χιλιάδων θέσεων μέσω ΟΤΑ και δημοσίων φορέων. Λιγότερα ανεφάρμοστα χρηματικά πρόστιμα —που δεν εισπράττονται ποτέ και λειτουργούν ως ανέκδοτο— και άμεση, αναπόδραστη υποχρέωση προσφοράς εργασίας από το πρώτο κιόλας μικρό παράπτωμα.
* Ένας σοβαρός, αυστηρός και σαφής Ποινικός Κώδικας, χωρίς δικονομικά παραθυράκια και πλασματικές αναστολές, ειδικά για τους καθ’ υποτροπήν και καθ’ έξιν δράστες.
Αυτά από μένα για σήμερα, over and out.
