Στη συνέντευξη που παραχώρησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης το απόγευμα της Πέμπτης στον ΑΝΤ1 και τον Νίκο Χατζηνικολάου, ο Αντώνης Σαμαράς και τα ελληνοτουρκικά είχαν την τιμητική τους, με τον πρωθυπουργό να ακολουθεί μια στρατηγική επιχειρηματολογίας που όπως έπασχε από το βασικότερο: τα επιχειρήματα! Ο Μητσοτάκης δήλωσε, καταρχάς, ότι δεν θεωρεί λανθασμένη την απόφαση διαγραφής του πρώην πρωθυπουργού από τη Νέα Δημοκρατία, ισχυριζόμενος τις δήθεν προσωπικές επιθέσεις που υποστηρίζει ότι δέχθηκε από τον Μεσσήνιο. Το αντιφατικό της τοποθέτησης Μητσοτάκη είναι ότι ταυτόχρονα αναγνώρισε την προσφορά του υπογραμμίζοντας πως «ήταν καλός πρωθυπουργός» και εξέφρασε την ελπίδα ότι δεν θα προχωρήσει σε κινήσεις που θα βλάψουν την παράταξη. «Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι τελικά ο άνθρωπος αυτός θα κάνει κάτι το οποίο θα ζημιώσει την παράταξη που του έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία και που τον έκανε πρωθυπουργό. Εύχομαι να μην διαψευστώ», είπε χαρακτηριστικά. Το τι μπορεί να διανοηθεί και τι όχι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μπορεί ναι μπει στο ζύγι του πολιτικού και δημοσιογραφικού σχολιασμού. Είναι, ωστόσο, θεσμικά ανεπίτρεπτο να κάνει ένας πρωθυπουργός δίκη προθέσεων για έναν άλλο διατελέσαντα πρωθυπουργό που μάλιστα είναι βγαλμένος από τα σπλάχνα της ίδιας παράταξης.
Ό,τι κι αν ισχυρίζεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης περί προσωπικών επιθέσεων του Σαμαρά προς το πρόσωπό του, η αλήθεια είναι ότι ο πρόεδρος της κυβέρνησης και της Νέας Δημοκρατίας διέγραψε ένα στέλεχος πρώτης γραμμής που πέρα από το να οδηγήσει τη χώρα –ως πρωθυπουργός– στα φουρτουνιασμένα νερά της χρεωκοπίας ήταν εκείνος που έκανε τον Κυριάκο Μητσοτάκηκοινοβουλευτικό εκπρόσωπο, υπουργό, και τέλος τον στήριξε στις εσωκομματικές εκλογές για την προεδρία της Νέας Δημοκρατίας. Διαγράφοντας, λοιπόν, μονοκοντυλιά όλα τα προηγούμενα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι ξεκάθαρο ότι διέγραψε τον Αντώνη Σαμαρά επειδή ο τελευταίος δεν ανέχθηκε να σιωπήσει μπροστά στις επιλογές της κυβέρνησης σε κρίσιμα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής (και όχι μόνο…) και επέλεξε να εκφράσει δημόσια τις αντιρρήσεις και τις προειδοποιήσεις του. Αντιρρήσεις που, σημειωτέον, επαληθεύονται στο ακέραιο.
Κι όμως, αφού τον διέγραψε, ο πρωθυπουργός επικαλείται τώρα «παραταξιακό φιλότιμο» και θεωρεί «αδιανόητο» να μην καθίσει ο Σαμαράςήσυχος! Χαρακτηρίζει ουσιαστικά ανήθικη κάθε επόμενη κίνησή του. Αυτό δεν είναι επιχείρημα. Είναι η απαίτηση κάποιου που σε έδιωξε από το σπίτι να θεωρεί ότι πρέπει να συνεχίσεις να το σέβεσαι σαν να μην έφυγες ποτέ.
Ακόμη και αν δεν σταθεί κάποιος στο προκλητικό της «απαίτησης» η διαγραφή Σαμαρά από τη Νέα Δημοκρατία με εντολή Μητσοτάκη κρύβει πίσω της και ένα βαθύτερο ζήτημα δημοκρατικής κουλτούρας. Η διαγραφή ενός πρώην αρχηγού και πρωθυπουργού επειδή εκφράζει πολιτικές διαφωνίες, έστω και με έντονο τρόπο, δεν είναι πράξη κομματικής πειθαρχίας. Είναι πράξη πολιτικής ασφυξίας. Σε ένα υγιές κόμμα, η εσωτερική κριτική δεν τιμωρείται. Αντίθετα, αποτελεί ανάχωμα στα λάθη της ηγεσίας. Ο Μητσοτάκης επέλεξε να τιμωρήσει τη φωνή αντί να απαντήσει στα επιχειρήματα. Και τώρα ζητά από αυτή τη «φωνή» να παραμείνει σιωπηλή, επικαλούμενος χρέος απέναντι στην παράταξη. Μια παράταξη που, υπό την ηγεσία του, έχει μετασχηματιστεί σε κάτι αρκετά διαφορετικό από αυτό που παρέλαβε.
Το ωμό ψέμα…
Το όνομα του Αντώνη Σαμαρά, μαζί με αυτό του Κώστα Καραμανλή ο Κυριάκος Μητσοτάκης το ενέπλεξε όταν ρωτήθηκε από τον Νίκο Χατζηνικολάου για τα ανοιχτά ζητήματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Απαντώντας, πιο συγκεκριμένα για την κριτική που ασκούν Σαμαράς και Καραμανλής αναφορικά με τη στάση που τηρεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη απέναντι στην Τουρκία, ο πρωθυπουργός τη χαρακτήρισε «άδικη». «Και οι δύο τέως πρωθυπουργοί ήρθαν αντιμέτωποι με το ζήτημα της Τουρκίας και προσπάθησαν για λειτουργική σχέση της χώρας μας με την Άγκυρα» σημείωσε ο Κυρ,. Μητσοτάκης επέλεξε όμως να… αυτοθαυμαστεί και μάλιστα με ένα μεγαλοπρεπές ψέμα!!! «Είμαι ο μόνος Έλληνας πρωθυπουργός που επισκέφθηκα την Τουρκία και έθεσα στον Ερντογάν το ζήτημα του casus belli. Θεωρώ την κριτική τους άδικη, όμως τους σέβομαι και τους δύο», σημείωσε.
Να πούμε, καταρχάς, ότι η υπενθύμιση του Κυριάκου στον Ερντογάν για το εν ισχύ τουρκικό casus belli θυμίζει την λαϊκότροπη ατάκα «να ‘χαμε να λέγαμε». Και εξηγούμεθα: Όταν έθεσε ο Έλληνας πρωθυπουργός το θέμα στον Τούρκο πρόεδρο έμοιαζε περισσότερο με μία ευχή και σίγουρα όχι με μία κάθετη προειδοποίηση ότι η Ελλάδα θα αντιδράσει.
Ουδείς φυσικά περίμενε κάτι περισσότερο, ωστόσο γεννάται το ερώτημα: γιατί ο πρωθυπουργός δεν έθεσε την τουρκική «απειλή πολέμου» ενώπιον των ευρωπαϊκών οργάνων, ώστε να εμποδίσει τον άνευ προηγουμένου εξοπλισμό της Τουρκίας από την Ιταλία (συνεργασία γα τα drones Bayraktar), τη Γερμανία και την Βρετανία (μαχητικά Eurofighter), τη Γαλλία (πύραυλοι Meteor) και την Ισπανία (συμφωνία αεροσκαφών Hürjet και ναυπηγικά προγράμματα);
Να εξηγήσουμε, κατά δεύτερον, πόθεν προκύπτει το ψέμα. Για τους μη έχοντες επιλεκτική μνήμη (όπως ο Κυριάκος Μητσοτάκης…) του νυν πρωθυπουργού είχαν προηγηθεί όχι ένας αλλά δύο Έλληνες πρωθυπουργοί που είχαν θίξει δημοσίως και ξεκάθαρα το θέμα της «απειλής πολέμου». Ο ένας ήταν ο Γιώργος Παπανδρέου τον Ιανουάριο του 2011 που σύμφωνη με χθεσινή ανακοίνωση του τομεάρχη Εξωτερικών του ΠΑΣΟΚ, Δημήτρη Μάντζου, «έθεσε με κατηγορηματικό τόνο το σύνολο της τουρκικής προκλητικότητας και ιδίως το θέμα του casus belli, παρουσία του Τούρκου Προέδρου Ταγίπ Ερντογάν και ενώπιον του συνόλου των πρέσβεων της γειτονικής χώρας, στο Ερζερούμ.».
Ο άλλος ήταν ο Αλέξης Τσίπρας τον Δεκέμβρη του 2017, όταν στο πλαίσιο της επίσκεψης Ερντογάν στην Αθήνα και μπροστά στα ανοιχτά μικρόφωνα της κοινής συνέντευξης Τύπου με τον πρόεδρο της Τουρκίας ο τότε πρωθυπουργός τόνισε μεταξύ άλλων ότι «εν έτη 2017 επικρέμεται από πάνω μας το casus belli».
Πέρα από το ανιστόρητο των δηλώσεων Μητσοτάκη στον ΑΝΤ1, είναι αυταπόδεικτο πως ο πρωθυπουργός και πρόεδρος της Ν.Δ. δεν αδικείται από την κριτική των κ.κ. Σαμαρά και Καραμανλή, αλλά από τον ίδιο του τον εαυτό που δεν τόλμησε να εξηγήσει γιατί λ.χ. δεν έχουμε ποντίσει το ηλεκτρικό καλώδιο στην Κάσο.
Παρεμπιπτόντως, μαζί με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τους εαυτούς τους αδικούν και όλοι εκείνοι εντός των τειχών της Νέας Δημοκρατίας που θυμήθηκαν τώρα την ενότητα της παράταξης και τη συστράτευση έστω κι αν υπάρχουν διαφωνίες (σ.σ. αυτό είπε εμμέσως πλην σαφώς και ο Κώστας Μπακογιάννης), αλλά όταν διαγράφηκε ο Σαμαράςποιούσαν την νήσσαν φοβούμενοι την οργή του Μωυσέως της Ηρώδου Αττικού.
