Ο Γιάννης Κωνσταντέλιας φεύγει για την Ντόρτμουντ σε μια συμφωνία που, σύμφωνα με τα τελευταία δημοσιεύματα, κινείται κοντά ή και πάνω από τα 30 εκατ. ευρώ. Και αντί ο ΠΑΟΚτσής να κοιτάξει μπροστά, να χαμογελάσει για το παιδί που βγήκε από τις ακαδημίες του και να απαιτήσει από τον Ιβάν Σαββίδη να μετατρέψει αυτά τα χρήματα σε πραγματική ενίσχυση της ομάδας, αρχίζει το γνωστό κλάμα.
«Γιατί τον πουλάς;». «Κράτα τον». «Ο Ντέλιας είναι ο ΠΑΟΚ». «Δεν υπάρχει άλλο τέτοιο ταλέντο».
Ναι. Είναι τεράστιο ταλέντο. Και ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να φύγει.
Γιατί ο Κωνσταντέλιας δεν είναι πλέον ένας παίκτης που «πρέπει να αποδείξει τι μπορεί να κάνει». Είναι ένας 23χρονος που ετοιμάζεται να κάνει το επόμενο βήμα σε ένα από τα μεγαλύτερα ποδοσφαιρικά περιβάλλοντα της Ευρώπης. Η Ντόρτμουντ δεν είναι ένα τυχαίο σκαλοπάτι. Είναι το περιβάλλον όπου ένας ποδοσφαιριστής αυτού του επιπέδου μπορεί να μετρηθεί πραγματικά.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη αλήθεια που δυσκολεύονται να καταλάβουν οι «κουκουρέγιες» από Σαλόνικα: την Ελλάδα ο Ντέλιας την έχει ξεπεράσει.
Όχι επειδή ο ΠΑΟΚ δεν είναι αρκετά μεγάλος για εκείνον. Αλλά επειδή το ελληνικό ποδόσφαιρο είναι πλέον μικρό για τις δυνατότητές του.
Τι ακριβώς θέλουμε δηλαδή; Να τον κρατήσουμε με το ζόρι μέχρι τα 27; Να πανηγυρίζουμε κάθε Κυριακή επειδή ο Κωνσταντέλιας έκανε μία ντρίμπλα στη Super League και μετά να αναρωτιόμαστε γιατί οι Έλληνες ποδοσφαιριστές δεν κάνουν καριέρα στην Ευρώπη;
Ο Κωνσταντέλιας πρέπει να παίξει Bundesliga. Πρέπει να ζήσει καθημερινά σε περιβάλλον Champions League. Πρέπει να συναγωνιστεί ποδοσφαιριστές υψηλού επιπέδου, να δουλέψει με άλλες μεθόδους, να μεγαλώσει ποδοσφαιρικά. Αυτό δεν μπορεί να του το προσφέρει η Ελλάδα στον ίδιο βαθμό.
Και κάτι ακόμα: αυτή η μεταγραφή θα μπορούσε να είχε γίνει νωρίτερα. Το περσινό καλοκαίρι ο Σαββίδης είχε μπλοκάρει τη συμφωνία με τη Στουτγκάρδη και ο Κωνσταντέλιας έμεινε στον ΠΑΟΚ. Δεν χρειάζεται να ξαναγράψουμε την ιστορία. Εκείνη η απόφαση μπορεί να ήταν συναισθηματικά κατανοητή. Ποδοσφαιρικά, όμως, η εξέλιξη του Ντέλια απαιτούσε κάποια στιγμή ακριβώς αυτό: να ανοίξει η πόρτα προς τα έξω.
Το πρόβλημα δεν είναι λοιπόν ότι πουλάει ο Σαββίδης τον Κωνσταντέλια.
Το πρόβλημα θα είναι αν πουλήσει τον Κωνσταντέλια και δεν αξιοποιήσει τα χρήματα για να φτιάξει καλύτερο ΠΑΟΚ.
Εκεί πρέπει να γίνει η κουβέντα.
Όχι «μην πουλήσεις τον Ντέλια».
Αλλά: «Πού είναι τα λεφτά, Ιβάν; Τώρα θέλουμε ομάδα».
Οι οπαδοί του ΠΑΟΚ έχουν κάθε δικαίωμα να απαιτούν μεταγραφές, επενδύσεις και αγωνιστικό σχέδιο. Δεν έχουν όμως κανέναν λόγο να αντιμετωπίζουν την πώληση ενός κορυφαίου Έλληνα ποδοσφαιριστή ως εθνική καταστροφή. Σήμερα ο Κωνσταντέλιας μπορεί να φέρει στον ΠΑΟΚ ένα ποσό που αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες πωλήσεις στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου.
Αυτό δεν είναι αποτυχία.
Αποτυχία θα ήταν να πάρεις αυτά τα χρήματα και να μην τα κάνεις καλύτερη ομάδα.
Και ας σταματήσει επιτέλους αυτή η σύγκριση με τις εποχές του Κούδα και του Χατζηπαναγή. Εκείνοι έπαιξαν σε μια άλλη εποχή, σε ένα άλλο ποδόσφαιρο, όπου οι Έλληνες κορυφαίοι ποδοσφαιριστές μπορούσαν να μείνουν εγκλωβισμένοι για χρόνια μέσα σε ένα συμβόλαιο και σε ένα πρωτάθλημα που δεν τους επέτρεπε εύκολα να ανοίξουν τα φτερά τους.
Σήμερα το ποδόσφαιρο είναι διαφορετικό.
Ο παίκτης έχει καριέρα. Έχει φιλοδοξίες. Έχει την ευκαιρία να δοκιμαστεί στο υψηλότερο επίπεδο. Και όταν έρχεται η Ντόρτμουντ για να τον πάρει, η σωστή ερώτηση δεν είναι «γιατί τον αφήνεις;».
Η σωστή ερώτηση είναι:
«Πώς θα κάνεις τον ΠΑΟΚ τόσο δυνατό ώστε ο επόμενος Ντέλιας να μη χρειάζεται να τον κρατάς, αλλά να θέλει να μείνει;»
Αυτό είναι το στοίχημα του Σαββίδη.
Ο Κωνσταντέλιας δεν είναι περιουσιακό στοιχείο που πρέπει να φυλακιστεί στην Τούμπα για να αποδειχθεί η αγάπη μιας διοίκησης προς τον κόσμο. Είναι ποδοσφαιριστής που πρέπει να πετάξει.
Και αν πραγματικά αγαπάς τον ΠΑΟΚ, δεν κλαις επειδή ο Ντέλιας φεύγει.
Χαίρεσαι που ένας δικός σου βγήκε τόσο καλός ώστε να μην τον χωράει πια η Ελλάδα.
Μετά κοιτάς τον Σαββίδη στα μάτια και του λες το αυτονόητο:
«Ωραία. Πούλησες τον Ντέλια. Τώρα φτιάξε τον ΠΑΟΚ που θα μπορεί να βγάζει και τον επόμενο».
